Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

10. Η πρώτη βραδιά στο δάσος

Έφτασαν στο Χλωρό αργά το δειλινό.
Οχτώ καλύβες μέσα στα πεύκα τούς περίμεναν. Να το μικρό χωριό τους!
Πόσο μικρές, πόσο φτωχές τούς φάνηκαν! Για να μπει στην πόρτα ένας άνθρωπος, έπρεπε να σκύψει το κεφάλι.
—Μα τι; Εδώ θα καθίσουμε; ρωτούσαν.
—Τι πόρτες είναι τούτες! είπε ένας.
—Έτσι, με μια κάμαρη μόνο θα περάσουμε; ρωτούσαν άλλοι.
—Πού είναι το κρεβάτι;
—Δεν έχει ούτε μία καρέκλα!
Οι καλύβες, αλήθεια, δεν είχαν τίποτα απ’ αυτά. Η κάθε καλύβα ήταν μια κάμαρη από κλαριά, ίσα ίσα να φυλάγει τον άνθρωπο από τον αέρα κι από τη βροχή.
—Αντρέα, λέει ο Κωστάκης, πώς καθόσουν εδώ μέσα!
O Αντρέας γέλασε.
—Να δεις πώς θα κάθεσαι και συ! του είπε. Εγώ τώρα που συνήθισα την καλύβα, δεν την αλλάζω ούτε με σπίτι.

---

O Κωστάκης κοίταζε τη μία, κοίταζε την άλλη, έμπαινε σε όλες και γύρευε να βρει την καλύτερη καλύβα, μα καμιά δεν του φαινόταν αρκετά καλή. Στην πιο μεγάλη καλύβα μπήκαν ο Καλογιάννης κι ο Μαθιός και φώναζαν:
—Να, να η δική μας!
—Ε, σηκωθείτε από ‘κεί, λέει ο Κωστάκης, μου πήρατε το σπίτι.
—Τι; Δική σου είναι η καλύβα;
—Εγώ είχα σκοπό να την πάρω.
—Εσύ το είχες σκοπό, μα εμείς μπήκαμε μέσα, είπε ο Καλογιάννης.
—Βλέπεις, Κωστάκη; λέει ο κυρ Στέφανος. Για να τις ψάχνεις όλες, θα μείνεις στο τέλος χωρίς σπίτι.

---

O Αντρέας τον έβαλε να καθίσει με τους άλλους δύο στην ίδια καλύβα κι έπειτα όρισε και στους άλλους πού θα καθίσει ο καθένας.
Έλυσαν τότε τα φορτώματα κι άρχισαν να κουβαλούν ο καθένας τα πράματά του. Σκεπάσματα, ρούχα, δέματα με τροφές, σακούλια, τενεκέδες, τα ’φερναν και τα έβαζαν σιγά σιγά μέσα.
—Να είχαμε κι ένα ντουλάπι... έλεγαν. Ένα ράφι, ένα σεντούκι...
Όσο περνούσε όμως η ώρα, καταλάβαιναν πως μπορούν να κάνουν και χωρίς αυτά.

---

Αφού ετοίμασαν το νοικοκυριό τους, βγήκαν να δουν το δάσος. Εκείνη την ώρα ο ήλιος βασίλευε και οι κορμοί των δέντρων έφεγγαν από κόκκινο φως.
Μεγάλα γέρικα δέντρα τούς τριγύριζαν κι άλλα νέα και καταπράσινα. Χαμόκλαδα πολλά σκέπαζαν τη γη.
Σε λίγο όλο αυτό το δάσος γέμισε από σκοτάδι.
Τότε, στη νύχτα και στην ερημιά, οι μικροί ταξιδιώτες ένιωσαν πόσο χρειάζεται ο ένας τον άλλο.

---

Κουρασμένοι καθώς ήταν, έπεσαν να κοιμηθούν απάνω στα γερά κλαδιά, που τα είχαν για στρώμα.
Μα ενώ έκλειναν σιγά σιγά τα μάτια, ακούστηκε η φωνή ενός πετεινού. O μικρός κόκορας, που είχαν φέρει μαζί από την πόλη, αφού τον έλυσαν και είχε πια ξεμουδιάσει, έβγαλε μια φωνή: «κικιρίκου!», σαν να ήταν πρωί. Αυτό το λάλημα ήρθε τόσο ξαφνικά, που τα παιδιά έβαλαν τα γέλια.
—Ξυπνήσαμε κιόλας; φώναζαν.
—Κικιρίκου! φώναξε άλλη μία ο κόκορας, βραχνιασμένος αυτή τη φορά.
Όσο όμως κι αν ήθελε αυτός να φέρει το πρωί, τα παιδιά νύσταζαν και σιγά σιγά κοιμήθηκαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου