Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

61. Από πού έρχεται το νερό



Σταμάτησαν σε μια βρυσούλα, που μόλις ακουγόταν το λίγο και κρύο νερό της.
Ήξεραν πως τόσο κρύο νερό δεν πρέπει να το πίνουμε όταν είμαστε ζεστοί από δρόμο κι έβρεξαν μόνο τα χέρια τους.
Ήταν ταπεινή βρυσούλα, ήσυχη, που σπάνια έβλεπε διαβάτες εκεί ψηλά.

---

—Από πού να έρχεται τούτο το νεράκι; ρώτησε ο Πάνος.
—Από το βουνό! είπαν τ’ άλλα παιδιά.
—Ναι, μα πώς βρέθηκε μέσα στο βουνό; ρώτησε ο δασάρχης.
Κανένας δεν ήξερε ν’ απαντήσει.
«Από τις βροχές και τα χιόνια», είπε ο δασάρχης, «το νερό σταλάζει σιγά μέσα στο χώμα· και πηγαίνει σε μεγάλες δεξαμενές από πέτρα που έχει μέσα της η γη.»
«Από ‘κεί βγαίνει με τις βρύσες και τα ποτάμια.»
«Από τις βρύσες και τα ποτάμια το παίρνουν τα ζώα, οι άνθρωποι, τα σπαρτά, οι μύλοι.»

---

«Για να σταλάζει όμως το νερό και να μπει στη γη, πρέπει να είναι ο τόπος φυτεμένος.»
«Αν δεν υπάρχουν χλωρά και ξερά φύλλα να το κρατήσουν, τότε το νερό πηγαίνει στα ξεροπόταμα και χάνεται στη θάλασσα και στον αέρα.»
«Λοιπόν και τις βρύσες ακόμα το ευλογημένο το δάσος μάς τις δίνει.»
«Αν αφήναμε τους ανθρώπους να κόψουν το δάσος, αυτή η βρυσούλα εδώ θα στέρευε. Θα στέρευαν όλες οι βρύσες που απαντήσατε από την πόλη ως εδώ και μαζί μ’ αυτές και το ποτάμι.»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου