Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

39. Οι δεντροκόποι δεν πέρασαν καλά

Την πρώτη βραδιά δεν ήρθε ο εχθρός. Ήρθε όμως τη δεύτερη.
Εκεί κάπου ακούστηκαν τρεις τσεκουριές. Εκείνος που χτυπούσε σταμάτησε λίγα λεπτά για ν’ αφουγκραστεί, φαίνεται, γύρω. Έπειτα ξανάδωσε άλλες τρεις.
Τότε σφύριξαν έξαφνα στο σκοτάδι δεκαπέντε σφυρίχτρες. Πρώτα καθεμιά χωριστά, έπειτα κι οι δεκαπέντε μαζί, δυνατά, πολύ δυνατά.
Σ’ αυτό το ξαφνικό, οι δεντροκόποι τα έχασαν. Πού πήγαν, από πού, δεν κατάλαβε κανείς. Χάθηκαν. Στο δάσος ξανάγινε σιωπή.

---

Την άλλη μέρα βρέθηκαν εκεί ένα τσεκούρι κι ένα σκοινί. Δε θα ’ρθουν να το ζητήσουν. Οι Πουρναρίτες από κείνη την ώρα έχουν καταλάβει πως δεν μπορούν πια να γυμνώσουν το δάσος.

Πουρναρίτης

Καθώς έχουν μείνει άγριοι και αγράμματοι χωριάτες, ο φόβος τους τα μεγαλώνει όλα. Και πιστεύουν όλα όσα φοβούνται.
Οι γριές εξήγησαν τις σφυριξιές εκείνες σαν γριές. Είπαν πως είναι από στοιχειά. Τα μεγαλύτερα στοιχειά, καθώς λένε οι γριές, είναι μέσα στον λόγγο.
Οι Πουρναρίτες, αν κι έχουν περπατήσει νύχτα πολλές φορές, πίστεψαν τις γυναίκες. Το ξαφνικό εκείνο, που το διηγήθηκαν οι φοβισμένοι δεντροκόποι, από στόμα σε στόμα μεγάλωσε. Και καθώς μέσα στο άγριο αυτό χωριό έμειναν οι άνθρωποι αγράμματοι, η ιστορία γύριζε μέρα και νύχτα. Και όσο γύριζε, τόσο πιο φοβερή γινόταν.
Στο τέλος, μερικοί από τους χωριάτες πίστεψαν πως το Χλωρό είχε στοιχειώσει.

---

Απάνω στον φόβο αυτόν ήρθε κι ο φόβος της εξουσίας. Οι Πουρναρίτες είδαν τους δύο χωριανούς τους, που είχαν χτυπήσει τον Κώστα τον Κορφολόγο, να πηγαίνουν στη φυλακή δεμένοι, ανάμεσα σε τέσσερις χωροφύλακες. Την τιμωρία τους τη χρωστούμε στα παιδιά, που είχαν τρέξει στο Μικρό Χωριό και ειδοποίησαν τους χωροφύλακες.

---

Στην κορφή ενός πεύκου, σε ψηλό μέρος, τα παιδιά έχουν δέσει κι ένα άσπρο πανί για σημαία. Αυτή φαίνεται κάμποσο μακριά και δείχνει πως υπάρχουν εκεί φύλακες.
Η μικρή δασοφυλακή μας έκανε το χρέος της. Δεν ησύχασε όμως μ’ αυτό. Εξακολουθεί τις βάρδιες.
Πάντα είναι έτοιμη!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου