Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

77. Ο Γεροθανάσης φοβάται μη δακρύσει

Ο Γεροθανάσης περπατάει έξω από την καλύβα του μιλώντας με τον Αντρέα, τον Φάνη και τον Δήμο. Φαίνεται πως έχουν σοβαρή κουβέντα.
Ο Γεροθανάσης έχει κατεβάσει τα κάτασπρα χοντρά φρύδια του. Το γαλανό μάτι του φαίνεται αγριεμένο.
—Τι λέτε, παιδιά μου; φωνάζει. Τ’ είν’ αυτά που λέτε;
—Μα είναι καμωμένος για γράμματα, μπαρμπα-Θανάση. Άφησέ τον.
—Να πάρει τα μάτια του δηλαδή και να φύγει από ‘δώ το παιδί;
—Ναι, να πάει σ’ όλο το δημοτικό.
—Σ’ όλο το δημοτικό; Μα τι; Σοφό θα τον κάμω;
---
Για τον Λάμπρο βέβαια μιλούν. Τα παιδιά θέλουν να τον πάρουν μαζί τους στο σχολείο, να καθίσει χρόνια και να μάθει τα γράμματα καλά. Γιατί να μείνει τσοπάνης;
Ήρθαν και παρακάλεσαν τον παππού του να τον αφήσει. Μα ο παππούς αγρίεψε. Τότε ο Δημητράκης ξετύλιξε το τετράδιο του Λάμπρου.
—Κοίταξε, παππούλη, είπε, πώς έμαθε και γράφει. Είκοσι πέντε μέρες έχει που άρχισε την άλφα. Και όμως, να πού έφτασε!
—Τ’ είν’ αυτά; είπε ο παππούς. Γράμματα;
—Ναι, είναι γράψιμο του Λάμπρου· αυτά εδώ στο τέλος τα έχει γράψει μοναχός του, με το χέρι του και με τον νου του.
---
Ο Γεροθανάσης σήκωσε το κεφάλι, διόρθωσε τ’ άσπρα φρύδια του και πήρε το τετράδιο στα χέρια. Το κοίταξε ανάποδα. Από σεβασμό όμως τα παιδιά έκαναν πως δεν το κατάλαβαν.
Ώρα πολλή το κοίταζε. Και θαύμαζε από μέσα του πως έχει εγγόνι που κατόρθωσε να βάλει όλα εκείνα τα γράμματα στη γραμμή.
—Τι λέει εδώ; ρώτησε.
Ο Δημητράκης πήρε το τετράδιο και του διάβασε αυτά τα λόγια, που ο Λάμπρος τα είχε γράψει μόνος του με γράμματα μεγάλα ίσα με φασόλια.
—Την Κυριακή παντρέψαμε την Αφρόδω μας με τραγούδια και βιολιά· και τη δώσαμε του Γιάννη απ’ το Περιστέρι· και μας φίλησε κι έφυγε.
Ο Γεροθανάσης δεν ήθελε να μιλήσει άλλο.
—Να πάτε τώρα στο καλό, παιδιά, είπε, θα τα πω με τον κυρ Στέφανο. Να τος, έρχεται.
---
Τα τρία παιδιά έφυγαν. Ο κυρ Στέφανος, που ήρθε, είχε κι αυτός την ίδια ιδέα.
—Μια που το εγγόνι σου παίρνει έτσι τα γράμματα, είπε, κι έχει όρεξη γι’ αυτά, πρέπει να τ’ αποφασίσεις. Εκεί κάτω θα τον προσέχουμε όλοι τον Λάμπρο. Στείλε τον στο σκολειό, πέντε, δέκα χρόνια, να μάθει να γράφει, να λογαριάζει, να διαβάζει τα βιβλία. Τι θα κερδίσεις μ’ έναν τσοπάνη παραπάνω;
—Το σωστό είναι σωστό, είπε ο Γεροθανάσης. Εδώ απάνω θα μείνει βλάχος σαν εμάς. Καλό ήταν να βγάλουν και τα Θανασαίικα έναν γραμματικό... Μα το βρίσκεις πάλι σωστό, κυρ Στέφανε, να μου φύγουν δύο εγγόνια σε μια βδομάδα;
Και το γαλανό μάτι του φάνηκε σαν να θόλωσε.
Ο Γεροθανάσης συνηθίζει να λέει πως ο άντρας πρέπει ν’ αρπάζει τη λύπη του καθώς το αγριεμένο άλογο· απ’ το γκέμι. Λοιπόν, τώρα δα τινάχτηκε λίγο από τον φόβο του, μην πάρει την ντροπή και δακρύσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου