Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

Παράρτημα: Συλλογή ποιημάτων






ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 


ΣΥΛΛΟΓΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ


1. Νανάρισμα


Ύπνε που παίρνεις τα μικρά, έλα, πάρε και τούτο,
μικρό μικρό σου το `δωσα μεγάλο φέρέ μου το·
μεγάλο σαν ψηλό βουνό, ίσιο σαν κυπαρίσσι,
ν’ απλώνονται οι κλώνοι του σ’ ανατολή και δύση. 

_____

2. Το αηδόνι


Μέσα στο δάσος περπατώ
κι ακούω τα πουλάκια.
Κάθε κλωνί
και μια φωνή,
σε κάθε δένδρο μουσική
χαρές και τραγουδάκια.

Μα εκεί που άλλα τραγουδούν
κι άλλα κρατούν το ίσο,
ένα πουλί,
μικρό λαλεί
σαν να τους λέει: «Σωπάτε σεις!
Εγώ θα τραγουδήσω!»

Σωπάσαν όλα… Το μικρό
πουλί τ' αποστομώνει.
Είχαν λαλιά
τ' άλλα πουλιά,
μα ένα ήταν μοναχά
απ' όλα τους τ' αηδόνι.



_____

3. Ο γρίπος

Έγια μόλα, έγια λέσα!
όλοι πιάστε μέ καρδιά.
Έχει ο γρίπος ψάρια μέσα
να γεμίσει η αμμουδιά.

Καίει ο ήλιος το κεφάλι,
τρώει η άρμη το κορμί·
σαν κι εμάς στον κόσμο άλλοι
δεν κερδίζουν το ψωμί.

Έγια μόλα! Δε μας μέλει
στάχτη ο κόσμος να γενεί!
Να το πρώτο το βαρέλι,
πάει και το μισό σκοινί.

Με βροχόχιονο, μ’ αγέρα,
δίχως ύπνο και φαΐ,
στα σκοινιά μας νύχτα μέρα
την περνούμε τη ζωή.

Έγια μόλα, πάρτε δίχτυ!
πιάστε σάκο στον γιαλό!
Αχ, βοριά θαλασσοπνίχτη,
δε μας βγήκες σε καλό!

Παν’ οι κόποι μας του κάκου·
με τη λύσσα του βοριά
σκίστηκ’ η κορφή του σάκου
και μας έφυγ’ η ψαριά.

Έγια μόλα, έγια λέσα!
Με καινούρια προκοπή
τα σκοινιά στη βάρκα μέσα
και τα χέρια στο κουπί.

Μη δειλιάτε, παλικάρια,
να ‘ν’ ο γρίπος μας καλά
κι αν χαθήκαν λίγα ψάρια
θα ‘ρθουν άλλα πιο πολλά!

4. Το χωριό μας

Τ’  άσπρα σπιτάκια του ένα ένα,
 σκόρπια, ασυντρόφευτα κι ανάρια,
 στη θάλασσα αντικρύ απλωμένα
 σαν μονοκόμματα λιθάρια·

τ’ άσπρα σπιτάκια του κρυμμένα
 μέσα σε πράσινα κλωνάρια,
 ηλιόφωτα, χαριτωμένα,
 μικρά, ασβεστόχριστα, καθάρια·

 πρώτη φορά όποιος τα θωρεί,
 γλυκιά ανοιξιάτικην ημέρα,
 απ’ του βουνού τη ράχη πέρα,

 ήμερα αρνάκια τα θαρρεί,
 που βόσκουνε, σκόρπιο κοπάδι,
 σε χλωροπράσινο λιβάδι.



_____

5. Η φωτιά

Ξάστερη νύχτα καλοκαιρινή.
Στα ταπεινά τους σπίτια σφαλισμένοι
ύπνο βαθύ κοιμούνται οι χωριανοί
από το μεροδούλι αποσταμένοι.

Ξάφνου ξυπνούν, πετιούνται τρομαγμένοι.
Σαν τι κακό μεγάλο έχει γενεί;
Γιατί η καμπάνα του χωριού σημαίνει
και σμίγει με του γκιόνη τη φωνή;

Παιδιά, γυναίκες, γέροι, παλικάρια,
με λύχνους, με δαυλούς και με φανάρια,
μισόγυμνοι, μ’ ολότρεμη ματιά

όλοι θωρούν κατά το δάσος πέρα
μαύρο καπνό και φλόγες στον αέρα
και κράζουν χίλια στόματα: φωτιά!
_____

6. Χωρισμός

Ώρα του χωρισμού φαρμακωμένη!
Ανοίγετ’ η καλύβα η φτωχική
και με θαμπό φανάρι φωτισμένοι
τρεις ίσκιοι μαύροι βγαίνουν από ‘κεί.

Η βάρκα στ’ ακρογιάλι είναι δεμένη.
Πηδούν οι δυο στην πρύμνη βιαστικοί
κι ένας μονάχος ίσκιος απομένει
ορθός στην άκρη την ερημική.

Χάθηκε, πάει της βάρκας το πανί…
κι ο ίσκιος -μια γυναίκα ταπεινή-
αργοπατώντας στην καλύβα φτάνει.

Κλάψτε τους δυο, που παν’ στην ξενιτιά,
κλάψτε και κείνη, που σε μια νυχτιά
 τον άντρα της και το παιδί της χάνει.
_____

7. Η Ξανθούλα

Την είδα την Ξανθούλα,
την είδα ‘ψες αργά,
που μπήκε στη βαρκούλα
να πάει στην ξενιτιά!

Εφούσκωνε τ’ αέρι
λευκότατα πανιά,
ωσάν το περιστέρι
που απλώνει τα φτερά.

Εστέκονταν οι φίλοι
με λύπη, με χαρά
κι αυτή με το μαντίλι
τους αποχαιρετά.

Και τον χαιρετισμό της
εστάθηκα να ιδώ,
ώσπου η πολλή μακρότης
μου το ‘κρυψε κι αυτό.

Σε λίγο, σε λιγάκι
δεν ήξερα να πω,
αν έβλεπα πανάκι
ή του πελάγου αφρό.

Και αφού πανί, μαντίλι
εχάθη στο νερό
εδάκρυσαν οι φίλοι,
εδάκρυσα κι εγώ.



_____

8. Ο καλογιάννης

Χειμώνιασε και φεύγουν τα πουλιά·
γοργός ο γερανός τα πελαγώνει.
Η φλύαρη χελιδονοφωλιά
χορτάριασε, παντέρημη και μόνη.

Του σπίνου χάθηκ’ η γλυκιά λαλιά,
φοβήθηκε ο μελισσουργός το χιόνι
κι η σουσουράδα στην ακρογιαλιά
δεν τρέχει, δεν πηδά, δεν καμαρώνει.

Στης λυγερής τ’ ολόξερο κλαδί,
του φθινοπώρου φτωχικό παιδί,
ο καλογιάννος πρόσχαρος προβάλλει.

Με λόγια σιγαλά και ταπεινά
μικρός προφήτης φτερωτός μηνά
την άνοιξη, που θα γυρίσει πάλι.
_____

9. Ο γκιόνης

Ήταν δυο αδέρφια πάντ’ αγαπημένα·
πρόβατα βοσκούσαν σ' άρχοντα μεγάλο·
Γκιόνη λεν τον έναν,
Δήμο λεν τον άλλο.

Κάποια μέρα ο Γκιόνης δυο αρνάδες χάνει·
ψάχνει, δεν τις βρίσκει, τριγυρνά και κλαίει.
Έρχεται στη στάνη,
τ' αδερφού το λέει.

Βρέθηκε και κείνος στην κακή του ώρα·
άδικα χολιάζει, σαν θεριό θυμώνει,
το μαχαίρι φόρα!...
και τονέ σκοτώνει.

Οι αρνάδες ήρθαν στο κοπάδι πάλι
κι ο φονιάς τις βλέπει, στέκεται κλαμένος.
Γέρνει το κεφάλι
μετανοημένος.

Κι ο θεός τον είδε που χτυπά τα στήθη,
κλαίει νύχτα μέρα, θέλει να πεθάνει
και τον ελυπήθη
και πουλί τον κάνει.

Και γι’ αυτό το βράδυ, άμα σκοτεινιάζει,
το πουλί θλιμμένο στο δεντρί κλαρώνει
κι όλη νύχτα κράζει:
"Γκιόνη, Γκιόνη, Γκιόνη!"




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου