Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

58. Ο λύκος

Από κάποιο μακρινό βουνό ξεκίνησε ο λύκος.
Όταν πείνασε πολύ, συλλογίστηκε:
«Σ’ έναν λύκο σαν και μένα, δεν πάει να κυνηγά την αλεπού. Πόσο θα ζήσω ακόμα; Έναν χρόνο, δύο; Πρέπει να καθίσω τραπέζι σε μεγάλα τσελιγκάτα».
Να πούμε την αλήθεια, ο λύκος μας είναι λίγο ηλικιωμένος· φέτος έκλεισε τα δεκατρία· γέρασε. Άλλαξε το μαλλί του, μα τη γνώμη του και την κεφαλή του δεν την άλλαξε. Πάντα στα καλά κοπάδια είναι ο νους του.
Χτες το βράδυ είδε στον ύπνο του πως έπεσε μέσα σε τρεις χιλιάδες άσπρα πρόβατα. Από τότε δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Ξεκίνησε και πάει να τα βρει.

---

Πέρασε βουνά και βουνά. Δάση από έλατα κι από πεύκα, από καστανιές κι από οξιές.
Περπάτησε τα φαράγγια και τις ράχες. Τρακ, τρακ, τρακ! Το πάτημά του χτυπούσε δυνατά, σαν να ήταν πεταλωμένος.
Τ’ αγρίμια, που το γνωρίζουν αυτό το περπάτημα, έτρεξαν στην τρύπα τους. Πρώτη η αλεπού, καθώς ήταν ξαπλωμένη σε μια πέτρα, έτρεξε και χώθηκε στον τρίτο διάδρομο της φωλιάς της.
«Για να φεύγει η αλεπού» είπε ο ασβός «κάποια μεγάλη δουλειά τρέχει»· και μπήκε σε μια ξένη τρύπα, που τη βρήκε άδεια.
«Για να φεύγει ο ασβός» είπε το κουνάβι «δεν είμαστε καλά. Κάποιος καλός κυνηγός θα βγήκε εδώ κάτω. Ας καθίσω, να μην πάει το τομάρι μου στην αγορά». Μπήκε μέσα στον κορμό ενός δέντρου εκατό χρονών. Εκεί ήταν το πατρικό του. Εκεί μέσα η μάνα τους τους είχε δώσει το καλό γουναρικό, που φορούν αυτό και τ’ αδέρφια του.
«Δρόμο, δρόμο!» είπε ο σκαντζόχοιρος και χάθηκε. Από τον πολύ τον φόβο του δεν πρόφτασε ούτε να τιναχτεί· μέσα στ’ αγκάθια του έσερνε πολλά ξερά φρύγανα.
Μόνο η νυφίτσα δεν τρύπωσε ακόμη. Έτρεχε στα κλαριά μιας πελώριας καστανιάς, σαν να ρωτούσε: «Τι είναι; Τι τρέχει;».
Δεν μπορεί η νυφίτσα να ζήσει, αν δε μάθει όλα τα νέα. Κοίταξε παντού με τις γυαλιστερές χαντρίτσες των ματιών της, μα κανείς δε βγήκε να της πει τίποτα. Κι η πιο φλύαρη νυφίτσα είχε κρυφτεί.
«Για να κρυφτούν όλες οι γειτόνισσες» συλλογίστηκε «θα πει πως κάτι σοβαρό τρέχει. Ας πάμε, μην έρθουν τίποτα σκάγια».
Απάνω σ’ έναν ψηλό κλώνο κάθισε ακίνητη και μαζεύτηκε έτσι που να φαίνεται ένα με το κλαδί.

---

Ο λύκος όλα αυτά τα καταλάβαινε. Ο αέρας τού έφερνε τη μυρουδιά των αγριμιών που έφευγαν. Είδε και τα χνάρια μερικών και κούνησε το κεφάλι του.
«Έννοια σας» είπε «και δε βγήκα για σας. Πάω για καλό τραπέζι. Για έναν λύκο, που βλέπει στον ύπνο του τρεις χιλιάδες πρόβατα, δεν αξίζετε τίποτα»· και προχώρησε.
Η πείνα του μεγάλωσε. Η δίψα του για αίμα ακόμη περισσότερο. Ακόνιζε τα δόντια του· έκοβαν σαν το καλύτερο μαχαίρι· ήταν έτοιμος.
Μέσα στ’ άσπρα πρόβατα άρχισε να ονειρεύεται τώρα κι ένα μαύρο στη μέση. Ένα με χαϊμαλί. Μπορεί να είναι το λάγιο αρνί. Έτσι, σε κάποιο πρόβατο χαϊδεμένο από τον τσέλιγκα ήθελε να πέσει.

---

Αφού περπάτησε πενήντα χιλιόμετρα, έφτασε στα Τρίκορφα. Σταμάτησε ευχαριστημένος. Άκουσε τα κουδούνια από τα κοπάδια του Γεροθανάση: «Μπράβο, Θύμιο» είπε, γιατί τα γνώρισε, τίνος είναι.
Στην καλύτερη όμως στιγμή, τη στιγμή που ετοιμάστηκε να χιμήξει, έξαφνα είδε δυο ξαδέρφους του μπροστά· τον Μούργο και τον Πιστό. Οι δυο αυτοί μαντρόσκυλοι του Γεροθανάση πήδησαν απάνω του· μια τουφεκιά ακούστηκε, δεύτερη, τρίτη.
Φώναξαν οι τσοπάνηδες, το κοπάδι αναταράχτηκε, σκύλοι γάβγιζαν μακριά, η ταραχή απλώθηκε από ράχη σε ράχη.

---

«Ξαδέρφια, έρχομαι από ξένο τόπο, είμαι πεινασμένος και δε θα φύγω!»
Αυτά θα έλεγε ο λύκος στους ξαδέρφους του, τους σκύλους, αν ήξερε πως έπαιρναν από λόγια. Μα επειδή ξέρει πως δεν παίρνουν, ετοιμάστηκε. Όποιος μείνει ζωντανός.
Τότε άρχισε τον πόλεμο και με τους δυο. Απάνω στον σβέρκο του ένιωσε σαν μαχαίρια τα δόντια των σκύλων. Μα κι αυτός, ξεφεύγοντας, χύθηκε να τους αρπάξει από το ίδιο μέρος. Κυλισμένοι κάτω, φαίνονται σκύλοι κι οι τρεις· και πάλι φαίνονται λύκοι και οι τρεις.
Ο λύκος είχε να κάνει με δύο. Έπρεπε να σκοτώσει έναν από τους δυο, να μείνει μ’ έναν, ύστερα να νικήσει κι αυτόν και να ορμήσει στα πρόβατα. Γιατί δεν έπαυε να τα συλλογίζεται μέσα στις δαγκωματιές.

---

Κι αλήθεια ο ένας σκύλος, ο Πιστός, δε θα μπορούσε να κρατήσει πολύ στη μάχη. Έφαγε μια φοβερή δαγκωματιά στην κοιλιά. Το αίμα έτρεχε, ο Πιστός δάγκανε ακόμη, η δύναμή του όμως όσο πήγαινε και λιγόστευε.
Μα να, ένας άλλος φοβερός μαντρόσκυλος, ο Κίτσος, έφτασε από κάτω, για να βοηθήσει τους άλλους. Αυτός του ρίχτηκε με περισσότερη λύσσα. Τώρα ήταν ένας με τρεις.
Πολέμησε και με τους τρεις· δεν ξέχασε πως είναι λύκος. Μα ήταν πολύ δυνατοί. Είναι πιστοί· μήνες, ολόκληρο χρόνο τον περιμένουν· τόσες νύχτες γάβγιζαν γι’ αυτόν.

---

Ο λύκος δεν μπόρεσε να σταθεί σε τρεις εχθρούς ενωμένους. Είχε μια πληγή μεγάλη στον σβέρκο, είχε σκισμένο το δεξί πλευρό, κι άλλες πληγές μικρότερες στο κεφάλι, στα πόδια και στην ουρά.
Και όμως κατόρθωσε να τους ξεφύγει. Σε μια στιγμή μάζεψε όλη του τη δύναμη και τινάχτηκε μακριά.
Όρμησαν οι σκύλοι από κοντά, τον άρπαξε ο ένας, μα πάλι ο λύκος έμεινε μοναχός του και χάθηκε.
Από τη στιγμή εκείνη οι σκύλοι τον κυνηγούν. Ο Πιστός έπεσε στον δρόμο· οι άλλοι δυο τρέχουν κοντά στον λύκο. Τον ίδιο δεν τον βλέπουν, ακούνε όμως το περπάτημά του ή νιώθουν τη μυρωδιά του. Τον πηγαίνουν από ράχη σε ράχη.
Όλη εκείνη τη νύχτα τον κυνηγούσαν οι σκύλοι, οι τουφεκιές, οι φωνές των τσοπάνηδων.
Και τόση ήταν η ταραχή, που τα παιδιά έχασαν τον ύπνο τους. Είχαν καταλάβει πως εκεί κοντά ήρθε το πιο μεγάλο αγρίμι που είναι στο δάσος. Τέσσερα πέντε παιδιά βγήκαν κι άναψαν απέξω από τις καλύβες μια μεγάλη φωτιά, με προσοχή να μην πεταχτεί καμιά σπίθα στα δέντρα. Έχουν ακούσει πως ο λύκος φοβάται τη φωτιά. Έπειτα όμως τους έφυγε κάθε φόβος, με το αδιάκοπο γάβγισμα που άκουγαν. Αυτό έδειχνε πως υπάρχουν σκύλοι πιστοί και δυνατοί, που κυνηγούν τον εχθρό.

---

Τα χαράματα μπόρεσε ο λύκος να σταθεί μέσα στα έλατα. Ήταν κουρασμένος κι αγκομαχούσε. Ήταν πληγωμένος και νηστικός.
Άλλα ονειρεύτηκε κι άλλα βρήκε. Ωστόσο, επειδή δεν πρέπει σε λύκο να παραπονιέται, έγλειψε τις πληγές του και τράβηξε να βρει καλύτερη τύχη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου