Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

18. Συγκοινωνία με κατοικημένους τόπους

Και τώρα έπρεπε να γίνουν οι συγκοινωνίες με τους κατοικημένους τόπους γύρω. Καθώς ένας άνθρωπος είναι αδύνατο να ζήσει μοναχός, έτσι κι η κοινότητα δεν μπορεί να ζήσει μόνη της. Χρειάζεται μια άλλη, για να πουλάει σ’ αυτήν ή ν’ αγοράζει απ’ αυτή.
Να πουλήσει η δική μας δεν έχει, γιατί δε βγάζει τίποτα. Πρέπει όμως ν’ αγοράζει, γιατί της λείπουν τρόφιμα.
Σήμερα σηκώθηκαν δέκα παιδιά να πάνε στο Μικρό Χωριό ν’ αγοράσουν κότες, αυγά και κρεμμύδια. Αφού ρώτησαν πρώτα πού πέφτει, μην τύχει και πάρουν άλλο δρόμο, ξεκίνησαν.
Σε μισή ώρα βρήκαν μια χωριάτισσα φορτωμένη ξύλα.
—Πού πέφτει, κυρά, το Μικρό Χωριό;
—Από ‘δώ τραβάτε όλο ίσια.
—Κι ύστερα;
—Ύστερα θα βγείτε στην ξέρα και θα βρείτε τον δρόμο που πάει τον κατήφορο· από κει παρακάτω, που χωρίζει ο δρόμος, θα πάτε δεξιά.
Τούτος είναι ο πρώτος μακρύς δρόμος που θα κάνουν. Τ’ αφτιά τους τα είχαν τέσσερα. Έτσι τους είπε ο Αντρέας:
—Ένας λόγος «ίσια» ή «δεξιά» έχει μεγάλη σημασία για τον οδοιπόρο. Το μάτι του πρέπει να σημαδεύει καλά τους τόπους που περνά για να μη χαθεί.
Τα δέκα παιδιά βρήκαν ό,τι τους είπε η χωριάτισσα. Ακολούθησαν τον κατηφοριαστό δρόμο, βρήκαν το χώρισμα, πήραν το δεξί μέρος. O δρόμος ήταν πολύ ανάποδος.
Περπάτησαν μία ώρα και τέλος φάνηκε το χωριό, εκεί που τελειώνουν οι δύο γκρεμοί και σχηματίζεται κάποιο ρέμα. Ήταν σπίτια μαζεμένα σαν ήσυχα πρόβατα κάτω από φουντωτά πλατάνια και καρυδιές.
Μισή ώρα πριν φτάσουν, άκουσαν φιλονικία. Είδαν έναν γέρο κι έναν άλλο χωριανό να φιλονικούν για τον δρόμο που ήταν χαλασμένος.
—Είναι ή δεν είναι δρόμος της κοινότητας; έλεγε ο γέρος.
—Είναι.
—Αφού τον έχω δρόμο κι εγώ και συ, αφού είναι και για το δικό σου και για το δικό μου ζώο και πάει στα χωράφια όλων μας, δεν πρέπει λοιπόν εμείς να τον διορθώσουμε στο χαλασμένο μέρος;
—Να τον φτιάξουν οι απάνω χωριανοί. Τι μου κάθονται;
—Εκείνοι δούλεψαν προχτές στη βρύση και θα κάνουν άλλες κοινοτικές δουλειές μεθαύριο. Σήμερα εμείς, αύριο κείνοι, γιατί να μαλώνουμε;
—Όχι, θα ’ρθουν αυτοί να δουλέψουν!
—Είσαι ζαβός, Παναγή, φώναξε ο γέρος. Να, εσύ δεν αφήνεις το χωριό σε ομόνοια.
Και τράβηξε τον κατήφορο θυμωμένος.
O γέρος αυτός θα ήταν, φαίνεται, ο προεστός του χωριού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου