Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

45. Ο μεθυσμένος μυλωνάς

Για τον μυλωνά του μύλου αυτού λένε πως ποτέ δεν είναι ξεμέθυστος. Μπαρμπακούκης είναι τ’ όνομά του.
Προσπαθούσε να φορέσεις το γιλέκο του και δεν μπορούσε

—Μπαρμπακούκη, του είπε ο Κωστάκης, ήρθαμε να μας αλέσεις ένα φόρτωμα στάρι.
—Τοθτττ... αλέθ..., έκανε ο μυλωνάς. Ήθελε να πει μ’ αυτό: «Ξεφορτώστε να τ’ αλέσουμε». Πάλι πιωμένος είναι!
Τα παιδιά έλυσαν το φόρτωμα και κατέβασαν τα δυο σακιά. Ο Πάνος ρώτησε τον μυλωνά:
—Τι ώρα θα είναι αλεσμένο, για να ξέρουμε;
Ο μυλωνάς δεν απάντησε. Έχει πιει όσο χρειάζεται για να μην ακούει πολλά πράματα. Μπορεί να τ’ άκουσε, μα έλα που η γλώσσα του είναι μπερδεμένη!
Κάπου κάπου φτερνιζόταν κι ύστερα έλεγε ο ίδιος στον εαυτό του: «Ίες», δηλαδή: «Με τις υγείες».
Έπειτα όμως θυμήθηκε την ερώτηση που του είχαν κάνει κι απάντησε:
—Α... θα... τη..., δηλαδή: Θα τ’ αλέσουμε, άμα θ’ αλεστεί.

---

Καλά που ήρθε η γυναίκα του μυλωνά και πήρε τα σακιά. Ήταν πολύ προκομμένη· αυτή βαστούσε τον μύλο. Μα έχει τέτοια ντροπή για το κακό του αντρός της, που σκύβει το κεφάλι εμπρός στους ξένους.
Έριξε μια ματιά στον μεθυσμένο και μια στα παιδιά, σαν να τους έλεγε: «Κοίταξε, πώς καταντά ο άνθρωπος με το κρασί!». Και τράβηξε μέσα στη δουλειά της.

---

Ο Μπαρμπακούκης προσπαθούσε να φορέσει το γιλέκο του και δεν μπορούσε· το φορούσε ανάποδα. Προσπαθούσε να πει κι ένα τραγούδι και δεν μπορούσε· το ξεχνούσε και φτερνιζόταν.
Ωστόσο και το ρούχο ήθελε να φορέσει και το τραγούδι να το τελειώσει. Ξανάρχιζε: 

 Τούτη η γης που την πατούμε,
 όλοι μέσα θε να μπούμε.

Πέντε φορές φτερνίστηκε, μα προχωρούσε· ποτέ δε χάνει το θάρρος του. Αφού κοίταξε τα σακιά, τις μυλόπετρες και τις κρησάρες, γύρισε και είπε σ’ αυτά τα πράματα:
—Αν ξαναπιώ δράμι, να με πείτε όλοι σας μεθυσμένο.
Όχι ένα, μα τετρακόσια δράμια θα πιει!... το απόγευμα, όταν πάει στο χάνι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου