Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

47. Για τον ήλιο που βασιλεύει

Ο Φάνης είχε σταθεί λίγο παρακάτω από τον έλατο· ήθελε να κόψει μια βέργα.
Από ‘κεί που στάθηκε κοίταξε μακριά όπως πάντα. Είδε τις κρεμαστές κατηφοριές, τις φυτεμένες από πεύκα και ίσια έλατα και τότε τον έπιασε μια επιθυμία να πάει κάπου αλλού· να δει νέους τόπους μακρινούς από ψηλά.
Μέρες τώρα συλλογίζεται ν’ ανεβεί σ’ έναν πολύ ψηλό τόπο και ν’ αγναντέψει τον ήλιο, που θα βυθίζεται στη θάλασσα.
«Τι να φαίνεται από κείνο τον όρθιο βράχο εκεί πέρα; Ίσως κάποιο πέλαγος» λέει με τον νου του «…ίσως πολιτείες, χωριά με τα καμπαναριά τους... Τι παράξενος βράχος! Πώς στέκει! Ανέβηκε κανένας άλλος εκεί;».
Θ’ ανεβεί ο Φάνης.

---

Την ώρα που τον ζητούσαν οι άλλοι, αυτός ήταν μακριά. Πήγαινε, όλο πήγαινε.
Αν τον έβλεπε κανένας, θα ρωτούσε: «Πού πάει αυτό το παιδί μοναχό του;».
Ο Φάνης δεν κοίταζε στον δρόμο τίποτα. Ούτε τα δέντρα πρόσεχε ούτε τις γουστέρες που τρύπωναν στα χαμόκλαδα, πράσινες σαν φρεσκοβαμμένες.
Ένας κότσυφας κατάμαυρος ήρθε με την κίτρινη μύτη του και στάθηκε μπρος του σ’ ένα κλαδί. Άλλη φορά τι χαρές θα έκανε γι’ αυτόν ο Φάνης!... Πώς θα ήθελε να τον είχε στο κλουβί! Τώρα μόλις τον κοίταζε.
«Θ’ ανεβώ» συλλογιζόταν «στην κορφή. Θα δω τον ήλιο που θα βασιλεύει. Θα είναι πολύ μεγάλος... Θα ’ναι σύννεφα γύρω χρυσά και κόκκινα. Θα φαίνονται και τα μακριά βουνά· θα φαίνεται και η θάλασσα... και κανένα καράβι».

---

Ενώ τα συλλογιζόταν αυτά, έχασε τον δρόμο. Έπαθε ό,τι και την άλλη φορά, που πήγαινε στους βλάχους.
Το μονοπάτι που πήρε είχε σβήσει· δε φαινόταν πια. Κοπάδι από γίδια θα το είχε κάνει.
Δοκίμασε να το βρει δεξιά και αριστερά, μα μονάχα τόπο έβλεπε, όχι δρόμο.
Να πάει εμπρός; Θα παραστρατούσε περισσότερο. Κοίταξε με προσοχή να βρει δρόμο από κάπου αλλού. Κι αφού δεν έβρισκε, τράβηξε με απόφαση κατά τον κατήφορο για να φτάσει όπου θα τελείωνε αυτός.
«Ο κατήφορος» συλλογίστηκε «πάντα θα με φέρει στη ρίζα του βράχου».
Αλήθεια, κατέβηκε σε μια λαγκαδιά. Από ‘κεί πια βρέθηκε στην απέναντι πλαγιά, που κρατούσε απάνω της τον ορθό της βράχο. «Τώρα» συλλογίστηκε «δεν έχει άλλα εμπόδια· θ’ ανεβώ από ‘δώ».
Αλλιώς όμως τα λογάριαζε από μακριά κι αλλιώς ήταν.
Βρισκόταν βέβαια στη ρίζα του βράχου και μπορούσε ν’ ανεβεί και ως τη μέση. Μα από ‘κεί κι απάνω; Πέτρες μεγάλες, ορθές, σαν έτοιμες να πέσουν, έζωναν τον βράχο. Έπρεπε ο Φάνης ν’ ανεβεί πολλές απ’ αυτές. Μα κι αν μπορούσε να σκαρφαλώσει τέτοια θεόρατα κοτρόνια, πότε θα έφτανε εκεί ψηλά; Και πότε θα κατέβαινε;
Πρώτη φορά άρχισε να λογαριάζει πόσο μακριά ήρθε και πόση ώρα πέρασε.

---

Απάνω στα έλατα έπεφτε κόκκινο φως από τον ήλιο, απόδειξη πως ήταν αργά και πρέπει να γυρίσει πίσω. Να πάει πάλι στον έλατο; Χρειάζεται να ξαναπεράσει όλο τον δρόμο που είχε κάνει· ν’ ανεβεί όσον κατήφορο κατέβηκε και να κατεβεί όσον ανήφορο ανέβηκε.
Τα παιδιά όμως θα έχουν φύγει τώρα και θα τον ζητούν παντού. Μήπως έρχονται προς τα εδώ;
Έβγαλε μια φωνή ο Φάνης.
Δεν άκουσε τίποτα. «Θα γύρισαν, φαίνεται, στον μύλο» είπε μέσα του και ξαναφώναξε:
—Κωστάκη, Μαθιέεεε... παιδιάααα!
Έβαλε το αφτί του και αφουγκράστηκε σ’ όλη την ερημιά.
Μέσα στη σιωπή άκουσε μια βοή μακρινή, ένα φύσημα, σαν από αέρα, σαν από νερό. Αυτή η βοή ερχόταν από το άλλο μέρος του βράχου κι από χαμηλά.
Ο Φάνης πήγε από ‘κεί και κοίταξε. Είδε αριστερά του μια απότομη και βαθιά κλεισούρα. Και κάτω στο βάθος είδε να σχηματίζεται μια ρεματιά.
Είδε ακόμη να πετιέται από τη σκισμάδα ενός γκρεμού και να χύνεται στη ρεματιά άφθονο νερό, χοντρό σαν τη ρίζα ενός δέντρου. Έπεφτε από μια οργιά ψηλά όλο μαζί με ορμή κι έκανε πολλή βοή.
Πράσινα δέντρα πολλά και φουντωμένα έκρυβαν τη ρεματιά. Και πίσω από τα δέντρα ξεχώριζε ο Φάνης άσπρα σπίτια.
Α, τι χαρά! Να λοιπόν, θα δει ανθρώπους.

---

Ξεκινά χωρίς να χάνει καιρό.
Πηγαίνει από μονοπάτια, τα χάνει, βρίσκει άλλα. Κατεβαίνει με πηδήματα. Κινδυνεύει κάποτε να γκρεμιστεί, μα η χαρά τον κάνει ν’ αλαφροπατά σαν το κατσίκι.
Έφτασε στα πλατάνια και στο νερό. Ερημιά ήταν κι εδώ!
Από τη λαχτάρα του να δει ανθρώπους είχε πάρει για σπίτια τις άσπρες μεγάλες πέτρες που έστεκαν στην άλλη άκρη της ρεματιάς.
Όχι, εδώ δεν ήταν ούτε ψυχή. Τι να κάνουν άνθρωποι στο άγριο τούτο μέρος;
Πώς αντιλαλεί το νερό στην κλεισούρα!
Τώρα; Εδώ θα περάσει τη νύχτα; Ή θα πάει να ζητήσει ανθρώπους; Μα είναι πολύ κουρασμένος. Στάθηκε για να χαρεί ακόμη το λίγο φως της ημέρας που έσβηνε. Σε λίγο θα είναι όλα σκοτεινά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου