Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

24. Οι Ζαβοπαναγήδες

Όταν τελείωσαν τους δρόμους τα παιδιά, πήραν τα εργαλεία και κατέβηκαν στο Μικρό Χωριό για να τα δώσουν πίσω.
Φτάνοντας στην πλατεία, είδαν τον Ζαβοπαναγή. Είχε πάρει με τη γνώμη του άλλους τέσσερις χωριανούς. Φώναζαν κι αυτοί στον προεστό πως τον δρόμο δεν πρέπει να τον διορθώσουν οι κάτω χωριανοί, μα οι χωριανοί της απάνω συνοικίας.
Όλο «πρώτο μεν» έλεγαν.
—Πρώτο μεν, ο νόμος το λέει αλλιώς.
—Πρώτο μεν (πάλι «πρώτο μεν!»), αν περάσει ο δρόμος λίγο παραπάνω, μας παίρνει τρεις πιθαμές κτήμα.
—Τρεις πιθαμές πέτρα, είπε ο προεστός.
—Πέτρα ξεπέτρα είναι κτήμα μας.
—Τότε ας μη σας πάρει την πέτρα, ας περάσει απέξω.
—Να περάσει απέξω; Καλά, έλεγε ο Ζαβοπαναγής. Μα έλα δω: Πρώτο μεν... ο νόμος, τι λέει ο νόμος;
Κι αυτός δεν ήξερε τι λέει. Ωστόσο έβγαλε από τον κόρφο του μια φυλλάδα. Κι επειδή δεν ήξερε να τη διαβάσει, την κοπάνιζε μέσα στις δυο παλάμες του. Φώναζε πως αυτός εννοεί να πάει με τον νόμο.
Ζαβοπαναγής ήταν με τ’ όνομα. Για το πείσμα του μπορούσε να χαλάσει το χωριό. Όλα τα κοινοτικά έργα τα κυνήγησε. Και όμως, άμα τον λένε Ζαβοπαναγή θυμώνει και σηκώνει τη μαγκούρα του.

«Ζαβοπαγής ήταν με τ’ όνομα…»
 Στο τέλος πήρε τους τέσσερις χωριανούς με το μέρος του. Από ένας έγιναν πέντε Ζαβοπαναγήδες.
Όταν τους είδαν πέντε οι άλλοι χωριάτες εκείνο το πρωί, θύμωσαν κι αυτοί.
«Να πάτε στο καλό» είπαν «Ζαβοπαναγήδες! Δε σας χρειαζόμαστε, θα τον φτιάξουμε εμείς τον δρόμο. Περισσότερη είναι η γκρίνια σας απ’ το καλό σας».
Ξεκίνησαν εφτά οχτώ με τα εργαλεία και πήγαν στον χαλασμένο δρόμο. Μα ήταν αργά. Τα παιδιά τον είχαν διορθώσει μια μέρα πριν. Μήπως δεν ήταν και δική τους ωφέλεια να το κάνουν; Κι αυτά περνούσαν από ‘κεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου