Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

7. Καταστροφή στα κουλούρια του Φουντούλη



Ο Φουντούλης πηγαίνει απάνω στο μουλάρι του σαν φορτωμένος κι όχι σαν καβαλάρης. Είναι όμως πολύ συλλογισμένος. Κανένας δε μιλάει για φαγητό κι η όρεξη του Φουντούλη έχει σημάνει μεσημέρι πολλές φορές.
Έχωσε το χέρι μέσα στο σακούλι του και απάντησε κατιτί. Τέτοιο ευχάριστο άγγιγμα το είχε νιώσει μόνο μια φορά, που έπιασε αυγά φωλιάς. Ήταν τα κουλούρια που του είχε ετοιμάσει η μητέρα του, με τη συμβουλή να τα τρώει φρόνιμα, δηλαδή δύο κάθε πρωί.
Άμα τ’ άγγιξε ο Φουντούλης, κατάλαβε πως η ζωή τους ήταν λίγη.
Έφαγε δύο. «Ας φάμε», είπε, «άλλα δύο. Τι φρέσκος αέρας!». Έγιναν τέσσερα. Σε λίγο έξι. Τώρα έχει χώσει πάλι το χέρι στο σακούλι και χαϊδεύει όσα μένουν.
—Πότε θα φάμε; ρώτησε τον αγωγιάτη.

---

O κυρ Στέφανος άκουσε και γυρίζοντας ρώτησε τα παιδιά:
—Ποιος είναι κείνος που πείνασε πιο πολύ απ’ όλους και δεν μπορεί να κρατηθεί;
Όλη η συντροφιά γύρισε και κοίταξε τον Φουντούλη· εκείνος έκανε πως κοιτάζει κάτω και θαυμάζει τάχα το νερό. Και σαν να ντράπηκε, έβγαλε το χέρι του από τα κουλούρια. Έμεινε όμως μέσα στο σακούλι ο νους του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου