Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

60. Ο χείμαρρος



Την άλλη μέρα ο δασάρχης ήρθε. Πέντε παιδιά έμειναν να φυλάξουν τις καλύβες και όλα τ’ άλλα ξεκίνησαν μαζί του για το μέρος που ήταν το νεροπρίονο.
Για να πάνε εκεί, πέρασαν από μέρη γυμνά και τραχιά.
Σε κάθε βήμα τους γκρεμίζονταν χαλίκια. Ο αέρας ήταν κρύος και βούιζε. Ο ήλιος δεν έκαιγε.
Ένα όρνιο φάνηκε από πάνω τους να σκίζει αργά τον αέρα.
Όλοι σήκωσαν το κεφάλι για να κοιτάξουν το μεγάλο πετούμενο, που ταξίδευε ζητώντας την τροφή του.
Τ’ όρνιο, για μια στιγμή, έκοψε την ορμή του και φτεροζυγιάστηκε· ύστερα χτύπησε πάλι με τις φτερούγες τον αέρα και χάθηκε πίσω από τα Τρίκορφα...
—Εδώ απάνω είναι άγρια και περήφανα όλα, είπε ο δασάρχης.
Κι αλήθεια έβλεπαν πόσο θεόρατο είναι το βουνό που φαίνεται από την πόλη σαν γαλανός ίσκιος.
Πόσους βράχους, πόσα φαράγγια, πόσες ράχες, πόση πέτρα και κακοτοπιά έχει!

---

—Τώρα, είπε ο δασάρχης, θα δείτε και το μεγαλύτερο θηρίο, που μπορεί να βγει από το βουνό. Να το!
Τα παιδιά στάθηκαν και κοίταξαν με περιέργεια. Είδαν όμως πως τους έδειχνε το ξεροπόταμο, που κατέβαινε την πλαγιά γεμάτο ξερά χαλίκια.
—Είναι ο χείμαρρος, τους είπε. Οι λύκοι, οι αρκούδες, τα λιοντάρια δεν είναι τίποτα μπροστά στον χείμαρρο. Φέρνουν πολύ μικρή ζημιά και δεν τα βγάζουν πέρα πάντοτε με τον άνθρωπο. Ο χείμαρρος όμως κυνηγά τον άνθρωπο και τον αφανίζει, αυτόν και τη γενιά του. Όταν γεμίσει νερό και κατεβάσει στους κάμπους αυτά τα λιθάρια που βλέπετε, πνίγει ανθρώπους, αμπέλια, ζώα και χωριά ολόκληρα. Οι άνθρωποι χτίζουν τοίχους και σηκώνουν φράχτες για να τον εμποδίσουν, μα είναι οι κόποι τους χαμένοι. Ένας μόνο μπορεί να τα βάλει με τέτοιο θηρίο. Το δέντρο.
—Το δέντρο! έκαναν με απορία τα παιδιά.
—Να ξέρατε πόση δύναμη έχει ένα δέντρο! Αυτό με τις ρίζες του κρατάει το χώμα και τα χαλίκια σφιχτά, για να μην τα παίρνουν οι βροχές και τα πηγαίνουν στον χείμαρρο. Δεν έχει μόνο το δέντρο αυτή τη δύναμη, μα και οι μικροί θάμνοι, οι αφάνες, το πουρνάρι, η κουμαριά, ακόμα και το θυμάρι. Γι’ αυτό οι φυτεμένοι τόποι γλιτώνουν τους ανθρώπους από τις πλημμύρες. Όταν όμως καίμε και ξεριζώνουμε τα δέντρα, τότε το χώμα και το χαλίκι φεύγει από τις γυμνές ράχες και πηγαίνει στον χείμαρρο. Εκείνος φουσκώνει από τις βροχές και κατεβάζει μια φοβερή δύναμη από χώμα, λιθάρια και νερό, που αφανίζει σπίτια, σπαρτά και ανθρώπους. Αυτό πρέπει να συλλογίζεται καθένας που πηγαίνει να κόψει δέντρο.

---

Ο Μαθιός, συνηθισμένος από το σχολείο, σήκωσε το χέρι και ρώτησε:
«Τότε, γιατί δεν εμποδίζουν και τους λοτόμους να κόβουν ξύλα;»
«Καλά έκανες, παιδί μου, να το ρωτήσεις», είπε ο δασάρχης. «Οι λοτόμοι κόβουν μόνο τα δέντρα που τους λέμε εμείς να κόψουν.»
«Τα δέντρα αυτά είναι σαράντα, πενήντα κι εβδομήντα χρονών το καθένα. Γέρασαν δηλαδή κι ήρθε η ώρα τους να δώσουν ξυλεία, για να βγούνε στη θέση τους άλλα μικρά, που πάλι θα μεγαλώσουν σαν αυτά.»
«Κοντά σ’ εκείνο που κόπηκε, βοηθούμε άλλο δέντρο να μεγαλώσει, κι αν δε φύτρωσε μόνο του, το φυτεύουμε εμείς.»
«Έτσι το δάσος ξαναπαίρνει εκείνο που μας δίνει.»
«Αν όμως αφήσουμε να πέσει στα δέντρα όποιος θέλει και να κόβει ό,τι θέλει, το δάσος θα χαθεί.»
«Κι άμα λείψει αυτό, εμείς οι άνθρωποι θα πεθάνουμε από τη δίψα.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου