Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

71. Στο μοναστήρι



Στο ψηλό μοναστήρι του Αϊ-Λια, έξω από την αυλόπορτα, στέκονται οι καλόγεροι και κοιτάζουν μακριά. Οι κάμποι και οι λόφοι απλώνονται από κάτω και πιο πέρα λάμπει το ποτάμι της Ρούμελης σαν ασημένιο. Κάπου κάπου ένας καλόγερος σηκώνει αργά το χέρι και δείχνει πέρα.
Πάντα στο ίδιο ψήλωμα στέκονται τέτοιες ώρες, από τον καιρό που μπήκαν στο μοναστήρι. Αγναντεύουν από ‘κεί τους τόπους που είναι πράσινοι τον χειμώνα και ξανθοί το καλοκαίρι. Κι έτσι παρηγοριούνται που δε βλέπουν ανθρώπους. Πενήντα οχτώ σωστά χρόνια κοιτάζει από κείνο το ψήλωμα ο ηγούμενος, ο πάτερ Ιωσήφ...
---

—Κάποιοι μάς έρχονται, είπε ένας καλόγερος και έδειξε με το χέρι του κάτι ανθρώπους που ανέβαιναν τον ανήφορο προς τον Αϊ-Λια.
Είναι τα παιδιά μαζί με τον κυρ Στέφανο. Έρχονται στο μοναστήρι να προσκυνήσουν, όπως το ήθελαν από τόσον καιρό.
Ευχαριστήθηκε ο ηγούμενος, όταν έφτασαν και του είπαν πως έρχονται να λειτουργηθούν.
—Κοπιάστε, τους είπε, στο ηγουμενείο.
Πρώτα πέρασαν από την εκκλησιά να προσκυνήσουν. Ήταν παλιά η εκκλησιά, ίσαμε τετρακοσίων χρόνων. Άναψαν το κερί τους, προσκύνησαν κι ύστερα ανέβηκαν στου ηγουμένου.
—Τι νέα φέρνετε από τον κόσμο; ρώτησε ο ηγούμενος.
—Από την ερημιά ερχόμαστε, πάτερ, του απάντησε ο κυρ Στέφανος.
Και διηγήθηκε σ’ αυτόν και στους καλογέρους που ήρθαν εκεί το ταξίδι των παιδιών στο βουνό. Οι καλόγεροι, που σπάνια βλέπουν ανθρώπους, άκουγαν με προσοχή τις ιστορίες των παιδιών, το ανέβασμα στον Αραπόβραχο και το χάσιμο του Φάνη, σαν να άκουγαν καλό παραμύθι.
—Να που έγινες και συ μια φορά ερημίτης σαν κι εμάς, είπε ο πάτερ Δανιήλ του Φάνη. Και τον χάιδεψε.
Ο κελάρης έφερε τον δίσκο με το γλυκό και με το κρύο νερό. Κι όταν ξεκουράστηκαν τα παιδιά, βγήκαν να δουν το μοναστήρι. Γύρισαν στο περιβόλι, που το φυτεύουν και το σκαλίζουν οι καλόγεροι. Πήγαν στις συκιές κι έκοψαν γλυκά σύκα. Είδαν πιο πέρα τις καρυδιές και τις βελανιδιές, είδαν και τα ορθά κυπαρίσσια, που στέκουν από εκατό χρόνια και φυλάγουν το μοναστήρι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου