Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

13. Πόλεμος μ' ένα μαντρόσκυλο

Ο Δήμος κι ο Φάνης σηκώθηκαν και πήγαν για τους βλάχους. Δεξιά τούς είχαν πει πως είναι. Μπήκαν στα δέντρα κι άφησαν το μονοπάτι να τους βγάλει. Μα ύστερα από πέντε λεπτά της ώρας το μονοπάτι χάθηκε, όπως γίνεται συχνά στο δάσος. Έμοιαζε με τον άλλον τόπο.
Γύρισαν από ‘δώ κι από ‘κεί, δεν το ξαναβρήκαν. Προχώρησαν τότε χωρίς δρόμο προς ένα σημείο που φαινόταν ένας τόπος χωρίς δέντρα.
Εκεί τους φάνηκε πως έβλεπαν κάτι καλύβες.
«Εεε!» φώναξαν.

---

Τρέχοντας ερχόταν τον ανήφορο κάποιος. Μα δεν ήταν άνθρωπος, ήταν σκύλος. Ανέβαινε με θυμό και να, τούς βρέθηκε μπροστά. 


Μόλις είδε ο Δήμος πως το μαλλιαρό τούτο μαντρόσκυλο, ένα αληθινό θηρίο, ερχόταν καταπάνω τους, άρπαξε μια χοντρή πέτρα κι άλλη μια πήρε στο αριστερό του χέρι.
O μαντρόσκυλος κατάλαβε πως μ’ αυτόν είχε να πολεμήσει.
O καημένος ο Φάνης φώναξε μονάχα «όξω, όξω» και σήκωσε τη βέργα. Μα, ενώ έκανε πως φοβέριζε, είχε χλομιάσει κι ήταν σαν να παρακαλούσε τον σκύλο: «Μη με τρως!».

---

O Δήμος είδε πως κινδύνευαν κι έπρεπε να γλιτώσουν. Σφεντόνισε λοιπόν το λιθάρι με όλη του τη δύναμη.
Το λιθάρι βρήκε τον σκύλο στη ραχοκοκαλιά. O σκύλος φώναξε, έτρεξε στην πέτρα που έπεσε, τη δάγκασε με μανία, σαν να ήθελε να τη ροκανίσει, γύρισε πίσω και ξαναρίχτηκε.
Άμα είδε όμως το παιδί με μια πέτρα πάλι στο δεξί, έτοιμο να του καταφέρει και δεύτερη, έκοψε τη φόρα του.
Την αντίσταση όλοι τη φοβούνται. O μαντρόσκυλος είχε να κάνει με παιδί που υπερασπίζει τη ζωή του. O Φάνης είδε τη στιγμή εκείνη τι αξίζει το θάρρος. Πώς το ήθελε, να είχε ρίξει αυτός την πέτρα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου