Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

25. Η γριά Χάρμαινα

Ενώ ανέβαιναν για το Χλωρό, απάντησαν μια γριά φορτωμένη ένα δεμάτι κλαδιά.
Ήταν η βάβω η Χάρμαινα, η πιο γριά που υπάρχει στο Μικρό Χωριό. Λένε πως είναι ενενήντα χρονών, μα η ίδια δε θυμάται πόσο είναι. Κι όμως δεν μπορεί, λέει, να ζήσει χωρίς δουλειά.
Θα δουλεύει, ώσπου να την πάρει ο Θεός.
—Καλημέρα, κυρούλα, της φώναξαν.
—Η ώρα η καλή, αγγόνια μου, απάντησε.
—Είσαι καλά, κυρούλα;
—Τι καλά να είμαι ‘γώ, παιδιά μου! Μόνο δόξα να ’χει ο Θεός. Αχ, ας ξαποστάσω λίγο.
Απόθεσε το μικρό της φόρτωμα στο πεζούλι κι αναστέναξε η κυρούλα η καημένη· αναστέναξε από τον κόπο κι από τα χρόνια.
Είχε βαρεθεί να ζει. Έτσι λέει. Κι όμως αν ερχόταν ένας να της πάρει και τη ζωή και το φόρτωμα, δε θα ’δινε ούτε το ένα ούτε το άλλο.
Όσο κανείς στέκει στα πόδια του, είναι πάντα η ζωή καλή.
Από τη ζώνη της γριάς κρεμόταν ένα μικρό μπουκαλάκι που είχε μέσα λάδι.
—Κι από πού έρχεσαι, κυρούλα;
—Η χάρη της! Πήγα κι άναψα το καντήλι στην Άγια Ζώνη, στο ρημοκλήσι.
—Πού είναι αυτό;
—Εδώ που ανεβαίνουμε. Είναι γκρεμισμένο. Μα ξέρεις τι παλιό; Ήμουνα σαν εσάς μικρή και κείνο είχε γκρεμιστεί. Μα ‘γώ πάω κι ανάβω το καντήλι της χάρης της δυο φορές τη βδομάδα.
Ξέρεις πόσον καιρό βάνω λάδι σ’ αυτό το καντήλι; Τριάντα χρόνια τώρα. Έχω βλέπεις δυο ρίζες ελιές· ναίσκε. Κι η Άγια Ζώνη, παιδί μου, τους δίνει πάντα καρπό· για τα λάχανά μου και για το καντήλι.
Και δεν κάνει, βλέπεις, να μείνει κείνο το καντήλι δίχως λάδι. Γιατί αυτό το ρημοκλήσι είναι παλιό από παππού και προσπάππου. Κι όσο το καντήλι του είναι αναμμένο φοβάται να βγει ο ξορκισμένος.
—Και ποιος είναι αυτός ο ξορκισμένος;
—Η ώρα η κακή του, το ξόρκι να τον πιάσει! Αράπης είναι, μακριά από ‘δώ, στον Αραπόβραχο κάθεται. Ναίσκε.
—Και πώς είναι; Είναι μαύρος;
—Μαύρος, κατάμαυρος, ένας τόσος αράπης! Εγώ τον είδα.
—Τον είδες λέει; ρώτησαν όλοι μαζί κι έσκυψαν ν’ ακούσουν καλύτερα.
—Αμ δεν τον είδα! Ξέρεις πόσα χρόνια είναι από τότε; Ήμουνα μικρή σαν και την αφεντιά σας. Ήταν ακόμη τότε οι Τούρκοι. Και καθώς βράδιαζε, κοιτάζουμε, τι να δούμε. Απάνω στον βράχο στην κορφή καθόταν και κοίταζε! Ναίσκε.
—Ποπό! έκανε ο Σπύρος, και πού είναι αυτός ο βράχος, κυρούλα;
—Είναι μακριά από ‘δώ, σ’ άλλο βουνό· πίσω απ’ τον ήλιο!
—Για πες μας, κυρούλα, λέει ο Κωστάκης, ανάβει καμιά φωτιά τη νύχτα;
—Ανάβει και φωτιά πολλές φορές.
—Ακούς, Μαθιέ! λέει ο Κωστάκης.
—Ναίσκε, σ’ αυτήν τη φωτιά ο ξορκισμένος καίει τα δαχτυλίδια και τα σκουλαρίκια και τα χρυσά μαλλιά των νυφάδων που άρπαξε. Φαίνονται δα στην ανηφοριά τα πετρωμένα τους συμπεθερικά. Μόνο ας πούμε το Κύρι’ ελέησον τρεις φορές: Κύρι’ ελέησον! Κύρι’ ελέησον! Κύρι’ ελέησον! Βοηθήστε με, παιδιά μου, να φορτωθώ γιατί νύχτωσα. Αχ!
Τη βοήθησαν να φορτωθεί το δεμάτι τα ξύλα και τράβηξε σιγά τον κατήφορο.

«Κι ανάβω το καντήλι της χάρης της…»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου