Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

26. Ο Λάμπρος οδηγεί το κοπάδι

Μαύρα που είναι τα γίδια!
Πώς περπατεί το κοπάδι όλο μαζί, γρήγορα πολύ, σαν να βιάζεται. Μαυρίζει και γυαλίζει στον ήλιο· όλα τα γίδια του είναι μαύρα, πίσσα. Μόνο το μαλλί του σκύλου και το ρούχο του τσοπάνη ξεχωρίζουν σ’ αυτή τη μαυρίλα.
Μα τι μικρός τσοπάνης, πού οδηγεί τόσο μεγάλο κοπάδι; Να ’ναι ο Λάμπρος; Αυτός είναι.
—Α, το αγριοκάτσικο, λέει ο Φάνης. Για πάμε να του βγούμε μπροστά.
Δεν ήταν κοντά το κοπάδι. Ο Φάνης όμως κι ο Δήμος θέλουν να δουν το βλαχόπουλο, τον αδερφό της Αφρόδως. Θα του μιλήσουν. Τάχα θα τους απαντήσει ή πάλι θα έχουμε «χα» και «τσ»;

---

Τράβηξαν γρήγορα και του βγήκαν μπροστά. Το κοπάδι εκείνη την ώρα είχε σκορπίσει κι έβοσκε. Από θυμάρι, αγκάθι, χορτάρι και κλαράκι κάτι μισοδάγκαναν τα γίδια. Ο Λάμπρος φώναζε «τσεπ, τσεπ! έι!», πετούσε πέτρες και τα συμμάζευε.
—Για δες, καημένε Δήμο, είπε ο Φάνης. Δέκα χρονών παιδί, να κυβερνά τόσο μεγάλο κοπάδι! Μπορούσες συ να κάνεις το ίδιο; Εγώ δεν μπορούσα.
—Ούτε ‘γώ, είπε ο Δήμος.
Σωστά έλεγαν. Εύκολο είναι να ορίζεις διακόσια γίδια; Μόνο το πετροβόλημα που κάνει ο Λάμπρος δώθε κείθε, η φωνή, το σφύριγμα, το τρέξιμο για να συμμαζεύει τόσο άταχτα ζωντανά, θα κούραζε κι έναν μεγάλο.
Έπειτα ο Λάμπρος περπατάει τη νύχτα στις ερημιές· θα μπορούσε να κάνει το ίδιο κι ο Φάνης; Να μείνει έτσι ώρες μοναχός με ίσκιους από δέντρα κι από πέτρες μέσα στο σκοτάδι; Να που ένα βλαχόπουλο ξέρει πολλά πράματα.
Ο Δήμος κι ο Φάνης προχώρησαν κατά τον Λάμπρο, καθώς στεκόταν με την γκλίτσα του ορθή και στημένη. Τώρα το μικρό αυτό βλαχόπουλο με τα μαύρα μάτια το έβλεπαν σαν άντρα.
—Γεια σου, Λάμπρο, του είπαν.
Ο Λάμπρος, αφού τους κοίταξε από το κεφάλι ως τα πόδια, απάντησε:
—Γεια σ’!
Καλά πάμε. Είπε μια λέξη.
—Τι κάνει η Αφρόδω, καλά είναι; Ο παππούλης;
—Καλά κι σι χαιρετάν!
Τέσσερις λέξεις κιόλας. Ο Δήμος κι ο Φάνης κάθισαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου