Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

52. Ο Αραπόβραχος

Η ωραιότερη μέρα που πέρασαν ως τώρα είναι αυτή. Ποτέ δεν αγάπησαν τον Φάνη όσο σήμερα που τον ξαναβρήκαν.
Δε χωρίζονται σήμερα. Για να δουν το νερό που αναβρύζει από τον βράχο, πήγαν όλοι μαζί· στα πλατάνια κατέβηκαν όλοι μαζί. Ο ένας θα έδινε για τον άλλον τη ζωή του.

---

 Ήταν απόγευμα, όταν ξεκίνησαν να φύγουν.
—Πες μας, Φάνη, ρώτησε ο Αντρέας, ανέβηκες χτες σε κανένα βράχο;
—Ναι, είπε ο Φάνης κι έδειξε τον βράχο.
Όλοι γύρισαν και κοίταξαν αυτό το παράξενο ύψωμα· τους έπιασε φόβος. Αυτός λοιπόν είναι ο Αραπόβραχος! Τον κοίταξαν καλά ως την κορφή.
—Ανέβηκες ως απάνω; ρώτησε ο Αντρέας.
—Όχι, στάθηκα χαμηλά. Δεν μπορούσα ν’ ανεβώ.
Ο Αντρέας είπε τότε:
—Πάμε όλοι μαζί ν’ ανέβουμε.
—Αντρέα! είπε ο Κωστάκης φοβισμένος.
—Εσύ, είπε ο Αντρέας, θυμάσαι τα λόγια της γρια-Χάρμαινας και φοβάσαι. Μα, για πες μου, ο Φάνης δεν τον πάτησε τον Αραπόβραχο; Κι όμως είναι εδώ μαζί μας. Δεν έπαθε τίποτα. Είναι ντροπή μας να φοβούμαστε σαν τις γριές.
—Κι αν πάθουμε τίποτα;
—Είμαστε πέντε, είπε ο Αντρέας.
Ακολούθησαν όλοι.

---

Ανέβαιναν τον βράχο δύσκολα πολύ· τους πιάστηκε η αναπνοή και στάθηκαν δυο φορές για ν’ ανασάνουν.
Όταν έφτασαν στα κοτρόνια, χρειάστηκε να περπατήσουν γύρω γύρω για να βρουν ανάμεσα πέρασμα· τόσο σφιχτά οι πελώριες αυτές πέτρες έζωναν τον βράχο. Νόμιζες πως έστεκαν επίτηδες εκεί, για να εμποδίζουν.
Πουρνάρια φύτρωναν αναμεταξύ. Άγρια πουλιά με γυριστή μύτη πετούσαν από τις τρύπες στον αέρα.
—Πάμε, είπε ο Κωστάκης, δεν μπορούμε να περάσουμε. Ο Κωστάκης φοβόταν για το στοιχειό. Τα λόγια της γρια-Χάρμαινας για τον Αράπη τα θυμάται σαν τώρα δα. Θυμάται τον γέρο κοντά στον μύλο, που έκανε για τον Αραπόβραχο τον σταυρό του.
Και καθώς περπατάει, συλλογίζεται: «Τι θέλουμε ‘δώ; Φαίνεται τόπος στοιχειωμένος! Να η κλεισούρα γύρω, η απάτητη κατηφοριά, οι μεγάλες πέτρες που φυλάγουν τον Αράπη. Ο Αράπης θα είναι στην κορφή· θα κοιμάται... Θα μας ακούσει που ανεβαίνουμε... Θα τιναχτεί. Θα μας αρπάξει, θα μας ρίξει κάτω σε καμιά σπηλιά κατασκότεινη. Για χρόνια και χρόνια...».
—Πάμε, είπε ο Κωστάκης, δεν μπορούμε να περάσουμε.
—Θα μπορέσουμε, είπε ο Αντρέας.
Ο Κωστάκης δε μίλησε. Από την αρχή που ήρθαν στο δάσος, προσέχει τα λόγια του Αντρέα. Μα σήμερα τον κοίταζε σαν μεγαλύτερο. Σήμερα ο λόγος του Αντρέα είναι σαν προσταγή. Ποιος βρήκε τον Φάνη;
Ο Κωστάκης ακολούθησε.

---

Ο Αντρέας βρήκε ανάμεσα σε δυο πέτρες μια σκισμάδα γεμάτη μικρούς θάμνους. Την έψαξε πρώτα καλά με το ραβδί του, έβαλε το πόδι του μέσα, ανέβηκε σε μεγαλύτερη πέτρα, κι από ‘κεί πήδησε πίσω.
—Ελάτε, ελάτε, φώναξε, από ‘δώ βγαίνουν. Ανέβηκε πάλι στην πέτρα κι έδωσε βοήθεια στους άλλους. Σκαρφάλωσαν ένας ένας. Από ‘κεί πια βάδισαν ελεύθερα προς την κορφή. Μα στην κορφή είδαν πάλι κάτι μεγάλες πέτρες. Αυτές εδώ ήταν πολύ αλλιώτικες. Ήταν μαύρες...
«Δεν είναι αυτή τάχα η σπηλιά του Αράπη; Στην κορφή θα κάθεται, για να βλέπει όλους τους τόπους. Τι ασυλλόγιστοι που είμαστε! Τι θέλουμε ‘δώ;» είπαν μέσα τους δυο τρεις από τους μικρούς ταξιδιώτες. Αν μπορούσαν, θα γύριζαν πίσω· τώρα νιώθουν τον μεγάλο φόβο. Οι μικρές τους καρδιές χτυπούσαν δυνατά, σαν του λαγού.
Δε θέλουν να παν’ εμπρός. Περπατούν δύσκολα. Κάθε στιγμή περιμένουν πως μια πέτρα θα σηκωθεί σιγά σιγά.

---

Όταν ήρθαν πιο κοντά και στάθηκαν στην κορφή, τίποτα δε βρήκαν. Οι πέτρες εκείνες ήταν πέτρες όπως όλες οι άλλες. Τις κοίταξαν καλά, τις άκουσαν, έμειναν πέτρες.
Πού, λοιπόν, είναι ο Αράπης;
Αντί να δουν τον Αράπη, τα παιδιά είδαν από ‘κεί απάνω ένα λαμπρό θέαμα.
Κάτω εκεί στο βάθος, πολύ πολύ μακριά, η πλατιά θάλασσα περίμενε τον ήλιο, τον ήλιο του Φάνη.
Ο ήλιος κατέβαινε στο νερό, μεγάλωνε και κοκκίνιζε. Τα βουνά είχαν τις κορυφές κόκκινες. Τα σύννεφα έλαμπαν από φως.
Αν είναι συννεφάκια εκείνα τα μικρά που στέκουν στον αέρα ή αγγελούδια με χρυσά φτερά, δεν ξέρει κανείς.
Ο ήλιος μεγάλωσε περισσότερο, κατακοκκίνισε, άγγιξε το νερό. Κι αφού κοίταξε λίγο την πλάση, βυθίστηκε.
Γι’ αυτή την ομορφιά είχε χαθεί ο Φάνης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου