Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

54. Ακόμα κι ο Γκέκας είναι γελαστός



Έφτασαν στις εννιά το βράδυ.
Είκοσι παιδιά έτρεξαν στον Φάνη και τον σήκωσαν στα χέρια. Ήθελαν να μάθουν αμέσως πού πήγε και τι είδε. Πώς χάθηκε και πώς βρέθηκε. Όλοι μαζί τον ερωτούσαν.
—Σιγά σιγά, είπε ο Φάνης. Θα σας τα πω ύστερα.
—Θα σας πούμε για τον Αράπη, είπε ο Μαθιός.
—Πήγαμε στο σπίτι του και τον είδαμε.

---

—Αυτό δεν είναι τίποτα, είπε ο Καλογιάννης. Είδαμε τον μεθυσμένο μυλωνά. Είχε πιει ένα αμπέλι κρασί.
—Και ποιος σας άλεσε το αλεύρι; ρώτησε ο Δημητράκης.
—Το αλεύρι το άλεσε ο μύλος.
—Ο μυλωνάς τι έκανε;
—Να τι έκανε.
Ο Καλογιάννης έβγαλε το γελέκο του και παράστησε τον μυλωνά, όταν προσπαθούσε να το φορέσει. Όταν τραγούδησε και το: 

 τούτη η γης που την πατούμε,
 όλοι μέσα θε να μπούμε

 ήταν απαράλλαχτος ο Μπαρμπακούκης.
Τι γέλια έγιναν! Γελούσε κι ο Γκέκας. Έτσι έλεγαν τα παιδιά, πως γελούσε. Είχε κι αυτός το στόμα ανοιχτό και σήκωνε το κεφάλι του, τάχα πως κουβέντιαζε κι αυτός, τάχα πως τα καταλάβαινε όλα με το νι και με το σίγμα· σαν να ’λεγε κι αυτός για τον μυλωνά: «Χι, χι, χι, τον Μπαρμπακούκη!».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου