Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

56. Ο Φουντούλης άρρωστος

Την άλλη μέρα το πρωί ο Φουντούλης δεν μπόρεσε να σηκωθεί. Το χέρι του καίει κι ο σφυγμός του χτυπά δυνατά. Πρώτη φορά τούς έτυχε αρρώστια εδώ ψηλά.
Ο Αντρέας κάθεται στο κρεβάτι του μικρού συντρόφου του και τον κοιτάζει λυπημένος. Το παιδί θέλει να πετάξει τα σκεπάσματα. Βυθίζεται λίγο σε ύπνο, τινάζεται και γυρίζει από το άλλο πλευρό. Διψά και θέλει νερό.
—Να πάμε να φέρουμε γιατρό, λέει ο Δήμος.
—Πού να τον βρούμε; ρωτά ο Αντρέας. Γιατρό δεν έχει στο Μικρό Χωριό ούτε στην Πέτρα.
—Να πάμε σε κανένα άλλο χωριό. Να πάμε κάτω στην πόλη.

---

Τη στιγμή που τα έλεγαν αυτά, φάνηκε ο κυρ Στέφανος. Μεγάλο θάρρος πήραν μόλις τον είδαν.
—Τι κάνετε, παιδιά; Τι κάνεις, Αντρέα;
—Ο Φουντούλης! είπαν τα παιδιά.
—Τι έκανε ο Φουντούλης;
—Είναι άρρωστος.
Ο κυρ Στέφανος προχώρησε στην καλύβα κι έσκυψε απάνω στο παιδί· του έπιασε το χέρι και το μέτωπο. Ο Φουντούλης άνοιξε τα μάτια του και τον κοίταξε.
—Τι αισθάνεσαι, Φουντούλη; ρώτησε ο κυρ Στέφανος· πονάς πουθενά;
—Όχι.
—Τίποτα κουλούρια μήπως έφαγες;
—Δεν έχω, είπε ο Φουντούλης.
—Τίποτ’ άλλο βαρύ; Τίποτα ελαφρύ;
—Όχι, ούτ’ ελαφρύ.
—Για πες μου, σκύβει και λέει κρυφά, μήπως έφαγες τίποτα αχλάδια άγρια;
—Λίγα, είπε ο Φουντούλης.
—Λίγα; Ως πόσα;
—Όσα ήταν στην αχλαδιά.
—Πότε έγινε αυτό;
—Προχτές, είπε ο Φουντούλης· και χτες.

---

Ο κυρ Στέφανος βγήκε έξω και κάλεσε τον Αντρέα με τον Φάνη και τον Δήμο.
—Ο Φουντούλης, είπε, είναι πολύ αγαθό παιδί και τον αγαπάμε όλοι, μα ξέρετε το ελάττωμά του. Είναι λαίμαργος. Από ‘δώ και πέρα να τον προσέχετε. Σήμερα κι αύριο θα πίνει μόνο ζεστό· καμιά φασκομηλιά. Έχετε;
—Ου! Μας άφησε ο μπαρμπα-Κώστας ένα σακί.
—Δυο μέρες λοιπόν ο Φουντούλης θα πίνει φασκομηλιά.
Τι ατυχία! Σε λίγη ώρα η Αφρόδω έστειλε μια πίτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου