Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

14. Ένα βλαχόπουλο που δε λέει πολλά λόγια

Ένα βλαχόπουλο έτρεχε προς τα κει, φωνάζοντας τον σκύλο. Έφτασε, άρπαξε τον σκύλο από το μαλλιαρό του λαιμό και, σηκώνοντας την αγκλίτσα του, έκανε πως θα τον τσακίσει στο ξύλο.
O σκύλος κάθισε κάτω και μαζεύτηκε. Το βλαχόπουλο ήταν ένα παιδάκι. O σκύλος δυο φορές σαν αυτό.
—Πού είναι η καλύβα του Γεροθανάση; ρώτησαν τα παιδιά.
Tο βλαχόπουλο έδειξε με το χέρι τις καλύβες. Τους ακολούθησε, κρατώντας τον σκύλο και κατέβηκαν μαζί.
—Τι τον έχεις εσύ τον Γεροθανάση;
—Παππούλη.
—Εσύ σε ποια απ’ όλες τις καλύβες κάθεσαι;
Το βλαχόπουλο απάντησε και πάλι με το χέρι. Το σήκωσε κι έδειξε μια καλύβα.
Στην πόρτα στεκόταν μια κοπέλα. Φορούσε τα τσαρούχια της, τη ζώνη της, την κεντημένη της ποδιά. Είχε μαύρα μάτια, τα ίδια σαν του μικρού τσοπάνη.
—Αυτή ποια είναι; ρώτησαν τα παιδιά το βλαχόπουλο.
—Η Αφρόδω.
—Αδερφή σου είναι;
—Χα!
—Έχεις κι άλλες αδερφές;
—Αχά!
—O πατέρας σου είναι δω;
Το βλαχόπουλο πάτησε τη γλώσσα του μέσα από τα δόντια κι έκανε: «Τσ!»
 Δεν ήταν για πολλά λόγια. Πρώτα έλεγε καμιά λέξη, τώρα έφτασε στο «χα» στο «τσ». Θα πει πως η κουβέντα έπρεπε να σταματήσει εδώ. Γιατί παραπέρα δεν είναι πια παρά τα νοήματα.

---

Ωστόσο η καλή Αφρόδω καλωσόρισε τα παιδιά και τους είπε να περάσουν μέσα στην καλύβα.
Όταν την είδαν, ξαφνιάστηκαν. Ήταν τόσο νοικοκυρεμένη! Σπίτι αληθινό.
—Να καλύβα, Φάνη, είπε ο Δήμος, όχι σαν τις δικές μας! Η Αφρόδω χαμογέλασε.
—Να είχαμε κι εμείς πρόβατα και γίδια, είπε ο Φάνης, θα ήταν κι η δική μας καλή.
—Εσείς έχετε κάτω σπίτια, είπε η βλαχοπούλα, που είναι θεμελιωμένα. Κι έπειτα ξέρετε και τα γράμματα, που δεν τα ξέρουμε εμείς. Λάμπρο, γιατί κάθεσαι στην πόρτα; Έλα μέσα να δεις τα καλά παιδιά.
—Τς! έκανε πάλι ο Λάμπρος κι έσκυψε το κεφάλι, σκάβοντας τη γη με το τσαρούχι του. Ύστερα πήρε την αγκλίτσα του κι έφυγε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου