Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

57. Ο Κωστάκης μ' ένα παπούτσι

Ο Κωστάκης είναι μ’ ένα παπούτσι. Το άλλο το χάλασε χτες στον δρόμο που πήγαν για τον Φάνη.
Ξεκαρφώθηκε όλο από κάτω και χάσκει. Ο Κωστάκης σέρνει το παπούτσι του, σαν να είναι κουτσός ή γέρος. Δεν μπορεί να κάνει πολλά βήματα· το παπούτσι ανοίγει και κάνει: κλαπ, κλαπ!
Σπουδαίο πράμα το παπούτσι... Τι αξίζει ο μπαλωματής! Να περνούσε τώρα ένας... Ή να ερχόταν εκείνος ο μπαλωματής του Μικρού Χωριού, ο γέρος με τα τρία δόντια! Θα χτυπούσε πάλι με τις γροθιές του τον αέρα και θα το έραβε.

---

Φωνάζουν τον Σπύρο, μήπως έχει καμιά πρόκα. Ο Σπύρος πάντα κάτι έχει. Βελόνες, καρφιά, κάτι τέτοια τα μαζεύει.
—Σπύρο! Σπύρο! Έχεις καμιά πρόκα;
—Μεγάλη; Μικρή; λέει ο Σπύρος. Για παπούτσι, για ξύλο, για τι τη θέλεις;
—Το παπούτσι μου ξεκαρφώθηκε.
—Τώρα να κοιτάξω.
—Να ’ρθω κι εγώ;
—Όχι, να μην έρθεις.
Ο Σπύρος δεν ήθελε να βλέπει κανείς άλλος το κουτί του. Τον Σπύρο τον ήξεραν όλοι πως είναι σφιχτοχέρης. Ό,τι έχει το κρύβει και μόνο αυτός το βλέπει.
Λένε πως έχει ένα κουτί με διάφορα πράματα μέσα. Αυτό το κουτί το βάζει σ’ ένα μέρος κρυφό στην καλύβα. Μόνο άμα λείπουν οι άλλοι το ανοίγει. Τι να ’χει μέσα;

---

Ο Κωστάκης, καθώς είναι μ’ ένα παπούτσι, πλησιάζει στην πόρτα σιγά σιγά, χωρίς ν’ ακουστεί. Βλέπει τον Σπύρο να σηκώνει το στρώμα και να βγάζει ένα παλιό κουτί από λουκούμια. Το άνοιξε και το έψαχνε.
Κανένα παλιό και σκουριασμένο πράμα δεν έλειπε από μέσα. Εκεί ήταν το παλιό καρφί, η παλιά βελόνα, η πρόκα, η στραβή σακοράφα, η χαλασμένη πένα, το ξερό καλαμάρι και το σπασμένο κουτάλι.
Ήταν κι ένα κλειδί από κουτί σαρδέλας, ένα τενεκεδένιο σκέπασμα, μισό ψαλίδι, ένα σίδερο, που δε φαίνεται πια τι είναι, και άλλες τέτοιες σκουριές.

---

—Σπύρο! του φώναξε ο Κωστάκης.
Ο Σπύρος γύρισε έξαφνα. Όταν τον είδε, του κακοφάνηκε.
—Έλα, το είδα το κουτί σου, λέει ο Κωστάκης.
—Και τι είδες;
—Είδα τ’ αρχαία που ’χεις! Για να τα δω κι από κοντά.
Ο Σπύρος είχε μείνει με το στόμα και το κουτί ανοιχτό.
—Γι’ αυτό λοιπόν, Σπύρο, περπατείς όλο σκυμμένος, για να βρίσκεις αυτά; Πού είναι οι πρόκες;
Ο Σπύρος έδειξε πέντε πρόκες σκουριασμένες.
—Για να τις πάρεις, είπε, θα μου δώσεις μια πένα της χήνας.

---

Ο κυρ Στέφανος είπε ύστερα στα παιδιά:
—Ξέρετε την κίσσα;
—Όχι.
—Είναι ένα πουλί που μοιάζει με τον Σπύρο. Μαζεύει πράματα που δεν του χρειάζονται· ό,τι βρει: βελόνες, κουτιά, καρφιά, τενεκεδάκια, ακόμα και δεκάρες. Αυτά πάει και τα κρύβει σε μέρος πολύ μυστικό, όπως στη σκεπή του σπιτιού· σε μια τρύπα που δεν πέφτει μάτι ανθρώπου.
—Και τι τα κάνει; ρωτά ο Γιώργος.
—Τίποτα, τι θέλεις να τα κάνει; Μόνο έχει τη μανία να τα μαζεύει. Καμιά φορά προσπαθεί να τραβήξει και βαριά ρούχα.
—Κι ο Σπύρος κάνει τη δουλειά της κίσσας!
—Απ’ όσα έχει μέσα στο κουτί, κανένα δεν του είναι χρήσιμο.

---

Ο Κωστάκης, σκυμμένος μ’ ένα σφυρί, προσπαθούσε να καρφώσει το παπούτσι του με τις πέντε πρόκες του Σπύρου. Μόλις το κάρφωσε και το φόρεσε, κλαπ!, άνοιξε κι έχασκε όπως πρώτα. Οι πρόκες του Σπύρου ήταν άχρηστες.
Ο Κωστάκης ήταν πια μ’ ένα πόδι... Τα πέντε παιδιά, τέσσερα κι ο Γκέκας πέντε, πήραν το παπούτσι του Κωστάκη και τράβηξαν για το Μικρό Χωριό. Το βράδυ το έφεραν διορθωμένο.
Μαζί με το παπούτσι έφεραν κι ένα νέο. Είπαν πως τα δόντια του μπαλωματή από τρία έγιναν δύο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου