Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

5. Το τραγούδι του μπαρμπα-Φώτη



«Ε, μπαρμπα-Φώτη», ρώτησε ο κυρ Στέφανος, «δε θα μας πεις κανένα τραγούδι;»
Ο μπαρμπα-Φώτης χαμογέλασε.
«Κανένα που να λέει έτσι για ψηλά βουνά», ξαναείπε ο κυρ Στέφανος.
«Σαν ποιο να πω;» ρώτησε ο αγωγιάτης.
Πέρασε λίγη ώρα και δεν άρχιζε το τραγούδι ακόμη. Συλλογιζόταν: «Να πω την αλαφίνα, να πω τον Κατσαντώνη, να πω τη Βλαχοπούλα, τι να πω;».
Τέλος αποφάσισε. «Εγώ γέρασα τώρα», λέει, «μα για το χατίρι του κυρ Στέφανου θα το πω».
Κι αφού σήκωσε την τσίτσα[1] και τράβηξε δυο ρουφηξιές, άρχισε:

Καλότυχα είναι τα βουνά, ποτέ τους δε γερνάνε!
το καλοκαίρι πράσινα και τον χειμώνα χιόνι...
και καρτερούν την άνοιξη, τ’ όμορφο καλοκαίρι,
να μπουμπουκιάσουν τα κλαριά, ν’ ανοίξουνε τα δέντρα
να βγουν οι στάνες στα βουνά, να βγουν οι βλαχοπούλες,
να βγουν και τα βλαχόπουλα, λαλώντας τις φλογέρες.

Δε γερνά το τραγούδι! Ο μπαρμπα-Φώτης γέρασε, μα η φωνή του έμεινε λυγερή όπως στα νιάτα του. Αν δεν του ‘λειπε κείνο το μπροστινό δόντι!


[1] Τσίτσα ή τσότρα: ξύλινο φλασκί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου