Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

20. Τα παιδιά φτιάχνουν δρόμους

Ο δρόμος δε γίνεται μόνο για λίγους ανθρώπους. Τον φτιάχνουν λίγοι και τον χαίρονται όλοι.
Ο δρόμος είναι για όλο τον κόσμο. Είναι για τον πλούσιο και τον φτωχό, για τον άρχοντα και τον ζητιάνο.
Με τον δρόμο ένα βουνό ανταμώνει με το άλλο βουνό, μια πολιτεία δίνει το χέρι στην άλλη.
Είναι δρόμοι στρωτοί, πλατιοί και ίσιοι σαν τους δρόμους της πόλης. Είναι δρόμοι στενοί και δύσκολοι, που ανεβαίνουν τους γκρεμούς, περνούν τις ρεματιές κι έρχονται στους δροσερούς λόγγους.
Ένας τέτοιος δρόμος τούς έφερε εδώ, στα ψηλά βουνά! Από τότε κατάλαβαν τα παιδιά τι μεγάλο καλό είναι ο δρόμος.

«Μπάρμπα, είπαν, να μας πεταλώσεις…»

Και τώρα, που εργάζονται να φτιάξουν κι αυτά κανένα δρόμο, δε βλέπουν την ώρα πότε να τελειώσει και να τον δουν.
Βέβαια δεν είναι δρόμος αυτό που θα κάνουν, είναι μικρά μονοπάτια. Μα για την κοινότητά τους αυτά χρειάζονται. Δεν είναι τάχα και κείνα ένα έργο; Δε θα περάσουν κι άλλοι άνθρωποι από ‘κεί;
Λογάριασαν πρώτα πως τους χρειάζεται ένα μονοπάτι να πηγαίνουν στους βλάχους. Αυτό είναι ο σπουδαιότερος δρόμος τους, γιατί από τους βλάχους προπάντων τρέφονται. Ένα άλλο μονοπάτι πρέπει να πηγαίνει στους λοτόμους κι ένα άλλο να τους βγάζει στον δρόμο του Μικρού Χωριού.
Αν καταφέρουν αυτά τα τρία μονοπάτια, θα έχουν συγκοινωνία. Πόσες δυσκολίες βρήκαν! Χρειάστηκε να παλέψουν με τη γη σε πολλές μεριές· εκεί που ήθελαν να περάσουν τον δρόμο, έβγαιναν εμπρός οι ρίζες που πετούν μακριά μερικά δέντρα.
Τις ρίζες αυτές, που ήταν χοντρές και δυνατές, προσπαθούσαν να τις κόψουν για να μη σκοντάφτουν τη νύχτα. Χρειάστηκαν πριόνι, τσεκούρι και πολύ κόπο.
Αλλού απάντησαν μια μεγάλη κατηφοριά, από κείνες που φτιάχνουν τα νερά της βροχής.
Το μονοπάτι έπρεπε να περάσει από ‘κεί. Μα μόλις το έφτιαξαν και πάτησαν απάνω, σωριάστηκε το χώμα. Πώς να το κάνουν στερεό;
Σκέφτηκαν να στερεώσουν το μονοπάτι μ’ έναν μικρό τοίχο από κάτω. Για να χτίσουν όμως αυτό τον τοίχο, χρειάστηκαν πολλά πράματα που δεν τα είχαν φανταστεί: πρώτα πρώτα μια βαριά για να κόβουν τις πέτρες. Δεν την είχαν κι έστειλαν πάλι στον προεστό του Μικρού Χωριού, παρακαλώντας να τους δώσει κι αυτή.
—Θα κάμετε και ξερολιθιά; ρώτησε ο προεστός. Χαρά στην επιμονή σας, παιδιά μου!
Με την επιμονή τους έγινε και ο τοίχος και τα δυο μονοπάτια.
Κοντά σ’ αυτά έκαμαν και λίγη δουλειά μέσα στην κοινότητα. Όλη την πλατεία, που ήταν στρωμένη από τα ξερά πευκόφυλλα, την καθάρισαν απ’ αυτά. Πρώτα για να περπατούν εύκολα κι έπειτα για να αποφύγουν τον κίνδυνο της φωτιάς· γιατί οι ξερές βελόνες των πεύκων και πολύ γλιστερές είναι και πολύ εύκολα παίρνουν φωτιά.
Έκαμαν ακόμα ένα πεζούλι γύρω στα πεύκα της τραπεζαρίας, για να τρώνε αναπαυτικά.
Διόρθωσαν και το μονοπάτι που πάει στη βρύση. Στο τέλος, έριξαν μια ματιά στα έργα τους και τα καμάρωσαν. «Είμαστε οι πρώτοι», συλλογίστηκαν, «που κάνουμε ‘δώ απάνω συγκοινωνία».
Μα ήταν αλήθεια οι πρώτοι; Όχι. Πολύ πρωτύτερα απ’ αυτούς τα γίδια είχαν ανοίξει μονοπάτια στο μέρος εκείνο για να πηγαίνουν όλα μαζί. Τα γιδόστρατα, που έβλεπαν παντού, ήταν δρόμοι κοινοτικοί, καμωμένοι από το κοπάδι για να ευκολύνεται στη βοσκή.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου