Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

32. Ένας εθελοντής χωροφύλακας για την αλεπού

Φεύγοντας ο Γεροθανάσης, άφησε άλλο δώρο: τον μικρό του σκύλο, τον Γκέκα.
Ο Γκέκας είχε έρθει μαζί του, μα τώρα δεν έφευγε. Ήθελε να μείνει με τα παιδιά. Ακολούθησε τον Γεροθανάση ως τα δέντρα, έπειτα ξαναγύρισε. Ο Γεροθανάσης τού φώναξε, πάλι ο Γκέκας πήγε ως εκεί, μα πάλι ξαναγύρισε.
Αφού γύρισε δυο τρεις καλύβες και τις μύρισε καλά, στάθηκε μπροστά στον Δημητράκη και στον Κωστάκη και τους κοίταξε κουνώντας την ουρά, σαν να τους έλεγε: «Παίζουμε;».
Πριν του απαντήσουν, άρχισε αυτός τα πηδήματα. Έτρεχε, χωρίς να τον κυνηγά κανείς. Δηλαδή: «Αν δεν παίζετε σεις, παίζω εγώ». Τα παιδιά έβαλαν τα γέλια. Να ένας εθελοντής!

---

Ο Γκέκας γεννήθηκε κι αυτός τσοπανόσκυλο. Έχει αφτιά ορθά και μυτερά και το μαλλί μεγάλο και δασύ. Είναι άσπρος, μ’ ένα σταχτί μπάλωμα στη ράχη, στα πόδια και στο πρόσωπο. Φαίνεται ενός χρόνου σκύλος και είναι κουτάβι.
Α, μα δεν υποφέρεται η ζωή στα βλάχικα. Σαν πολύ βαρύς είναι ο Γεροθανάσης. Προχτές που του δάγκασε λιγάκι ο Γκέκας τη φουστανέλα, έφαγε μια με την αγκλίτσα. Δεν παίζει ο γέρος.
Μα ούτε και τα μικρά παιδιά παίζουν· πάνε με το κοπάδι. Ο Λάμπρος, που ήταν μικρός, βόσκει διακόσια γίδια. Δεν έφτανε αυτό, διαβάζει τώρα και μια φυλλάδα.
Να παίξει με τα πρόβατα; Αυτά δεν παίζουν, μόνο βόσκουν. Λοιπόν, σηκώθηκε ο Γκέκας κι ήρθε στα παιδιά. Και να τον διώξουν, δε φεύγει από ‘δώ.

---

Αφού πήδησε κάμποσες φορές, χωρίς να τον κυνηγήσουν, ξαναγύρισε και κουνιόταν πότε στο ένα, πότε στο άλλο παιδί.
Ήταν σαν να ’λεγε: «Δε θα μου μάθετε κανένα παιγνίδι;».
Στο τέλος άρπαξε την πετσέτα του Φουντούλη στα δόντια του και την έφερνε με μανία βόλτες στον αέρα. Τότε όλα τα παιδιά με γέλια και φωνές τον κυνήγησαν γύρω στις καλύβες. Τρέχοντας γλιστρούσε, έπεφτε, γάβγιζε, φυσούσε και σιγομούγκριζε, σαν να έγινε κάτι σπουδαίο. Μα κι αλήθεια κάτι σοβαρό γινόταν· κατόρθωσε ο Γκέκας να τον κυνηγήσουν. Αυτό ήθελε. Πού να γυρίσει τώρα στον Γεροθανάση!
Τα παιδιά πάνε με τα παιδιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου