Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

51. Τα δώρα της ημέρας

Ο Φάνης ξύπνησε μέσα στη νύχτα. Α, πόσο τρόμαξε αυτή τη φορά!
Τα δέντρα στο σκοτάδι θαρρούσε πως ξεκίνησαν να έρθουν απάνω του. Τα έβλεπε ν’ αλλάζουν σχήμα, να γίνονται άνθρωποι μαύροι, που ετοιμάζονται να τον πάρουν.
Η ψύχρα τον έκανε να μαζευτεί στον θάμνο. Βύθιζε το πρόσωπο στα φύλλα του, μα πάλι το έβγαζε έξαφνα και κοίταξε μήπως έρχονται οι μαύροι άνθρωποι.

---

Να είχε ένα ρούχο! Μια στιγμή ένιωσε τη μητέρα του να του ρίχνει σιγά σιγά, από τα πόδια ως τον λαιμό, ένα μαλακό, ζεστό σκέπασμα. Άπλωσε να το πιάσει και δεν το βρήκε.
Κρυώνει και θέλει να κουνηθεί. Μα μόλις σηκώθηκε, μαζεύτηκε πάλι. Άλλους ίσκιους είδε από ‘κεί να έρχονται.
Όλα τ’ άστρα είναι και τώρα στον ουρανό, καθώς την άλλη φορά. Απόψε όμως δεν τα βλέπει ο Φάνης.
Σ’ αυτή τη θέση που βρίσκεται, θυμάται χίλια δυο πράματα. Έρχονται στον νου του όλα μαζί: τα παιχνίδια που έπαιξε, το περσινό του μάθημα, ένα φρούτο που έκοψε κι έφαγε μικρός· μια φωλιά που είχε δει... Όλα πάνε κι έρχονται στον νου του, όπως τα μυρμήγκια στη φωλιά. Βουίζει το κεφάλι του.
Τα βλέφαρά του είναι ζεστά και φουσκωμένα. Θέλει να κοιμηθεί πολύ.

---

Τέλος, ήρθε ο ύπνος. Αυτή τη φορά ήρθε πιο βαρύς. Θα κοιμήθηκε ο Φάνης πέντε ως έξι ώρες στη σειρά. Καταλάβαινε στον ύπνο του πως κρύωνε, μα δεν μπορούσε να σηκωθεί.
Όταν άνοιξε τα μάτια του, ξέχασε όλη του τη δυστυχία. Είδε την ημέρα. Είδε τα δέντρα χρυσά από τον ήλιο. Όλα τον κοίταζαν σαν φίλοι. Πουλιά τού μιλούσαν· το νερό δε φώναζε, άγρια, όπως τη νύχτα· τραγουδούσε.
Ο θάμνος του δεν ήταν πια μαύρος· είχε ένα ωραίο χρώμα πράσινο βαθύ και γυάλιζε. Τα δυο δεντράκια του, δυο φουντωτά και στρογγυλά πουρνάρια, του έλεγαν: «Εδώ είμαστε, Φάνη».
Σηκώθηκε, έτρεξε λίγο παραπέρα και ξανάρθε. Πεινούσε πολύ· άνοιξε το σακούλι του και βρήκε το ψωμί του και το λίγο φαγητό του.

---

Όλες οι ελπίδες του ήρθαν.
Να, έτσι ν’ απλώσει το χέρι, του φαινόταν πως θ’ άγγιζε τις καλύβες. Έφαγε καλά κι ήπιε νερό από το παγούρι του.
Έπειτα ξεχάστηκε κοιτάζοντας την απέναντι πλαγιά.
Συλλογιζόταν: «Θα σηκωθώ, θα πάρω πάλι τον ίδιο δρόμο, θα πάω, θα πάω και θα κοιτάξω μόνο για τον έλατο. Αν μπορέσω και βρω τον έλατο, ξέρω από ‘κεί και πέρα να πάω για τις καλύβες. Θα τους βγω έξαφνα μπροστά».
Κοίταξε τη μεγάλη κατηφοριά που είχε περάσει χτες, κοίταζε τα χαλίκια, τα κόκκινα χώματα, τους μικρούς θάμνους.

---

«Μπα», είπε έξαφνα, «τι είναι αυτά που κατεβαίνουν; Κατσίκια;»
Ήταν οι σύντροφοί του. Ήταν ο Αντρέας και τ’ άλλα τέσσερα παιδιά. Ναι, έρχονται γι’ αυτόν…
Δεν μπόρεσε να μιλήσει αμέσως. Χτύπησε τα χέρια του στον αέρα σαν δυο μεγάλα φτερά. Όρμησε τον κατήφορο· ήθελε μ’ ένα πήδημα να φτάσει απέναντι. Έπειτα στάθηκε και τους έβγαλε μια φωνή, μια μεγάλη φωνή.
Τα παιδιά τον άκουσαν. Τότε από τη μια πλαγιά ο Φάνης, από την άλλη οι σύντροφοί του έτρεχαν κάτω τρελά στο ρέμα, για ν’ ανταμωθούν. Πηδούσαν γκρεμίζοντας χώματα και χαλίκια. Φωνές χαρούμενες αντιλάλησαν στην κλεισούρα:
«Εδώ, εδώ! Από ‘δώ, έλα, έλα!»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου