Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

72. Ο εσπερινός

Στις έξι το δειλινό σήμανε η καμπάνα.
Ο Φάνης μπήκε στην εκκλησιά και στάθηκε σε μια γωνιά, κοντά σε στύλο.
Εκεί ήρθαν ύστερα και τ’ άλλα παιδιά. Ο κυρ Στέφανος ανέβηκε σ’ ένα στασίδι. Η εκκλησία ήταν σκοτεινή κι είχε μια ευωδιά σαν από βάγια.
Ο Φάνης έβλεπε στους τοίχους και στον θόλο παλιές ζωγραφιές αγίων. Το πρόσωπό τους ήταν μαυρισμένο από την πολυκαιρία, μα το φωτοστέφανο που είχαν γύρω στο κεφάλι τους έλαμπε.
Πρώτος μπήκε μέσα ο πιο γέρος απ’ όλους τους καλογέρους, ο πάτερ Ιωσήφ, σκύβοντας τη ράχη και τρέμοντας στα πόδια του. Με όλα τα γερατειά του πέρασε απ’ όλες τις εικόνες και τις ασπάστηκε, τη μια κοντά στην άλλη, κατά την τάξη των αγίων, κρυφοψέλνοντας το τροπάρι του καθενός. Έπειτα σύρθηκε στο στασίδι του αριστερού ψάλτη και κάθισε με πολύ κόπο.
Ο πάτερ Γαβριήλ, ο λειτουργός, άνοιξε αλαφρά τη δεξιά πόρτα του ιερού που είχε ζωγραφισμένο τον αρχάγγελο με το αστραφτερό σπαθί και μπήκε μέσα. Φόρεσε το πετραχήλι του και είπε: «Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.»

---

Τότε άρχισε ο εσπερινός.
Έμπαινε στην εκκλησιά κάθε τόσο ένας καλόγερος πολύ σιγά, σαν να ήταν μια σκιά, και πήγαινε σ’ ένα στασίδι. Εκεί πια στεκόταν ακίνητος, σαλεύοντας μόνο κάποτε το χέρι για να σταυροκοπηθεί.
Ο πάτερ Αμβρόσιος ο αγιορείτης, που είχε τη λυγερή φωνή και ήξερε την ψαλτική από τα παλιά βιβλία, έψελνε, χωρίς να κουνά καθόλου το κεφάλι ούτε το χέρι. Το έλεγε ασάλευτος, σαν κολόνα της εκκλησιάς, γιατί έτσι ψέλνουν στο Άγιον Όρος. Από το αριστερό απαντούσε ο πάτερ Ιωσήφ. Μόλις ακουγόταν η φωνή του.
Άμα ο παπάς είπε την τελευταία ευχή, οι καλόγεροι κατέβηκαν από τα στασίδια τους, σταυροκοπήθηκαν και βγήκαν από την εκκλησία ένας ένας.
Τελευταίος έμεινε ο πάτερ Ιωσήφ κι άρχισε πάλι, τρέμοντας στα πόδια του, να προσκυνά τις εικόνες με τη σειρά τους. Αφού έκανε ώρα πολλή να τις ασπαστεί, βγήκε αργοπατώντας και κρυφολέγοντας τους ψαλμούς μέσα στα χείλη του.
Από την εκκλησία τράβηξε πέρα στο περιβόλι, βρήκε την άσπρη γίδα του δεμένη στον φράχτη και της έδωσε να φάει δροσερό κλαράκι. Έπειτα πήγε και κλείστηκε στο κελί του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου