Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

43. Η κατάρα του πεύκου



1.
—Γιάννη, γιατί έκοψες τον πεύκο;
Γιατί; Γιατί;
—Αγέρας θα ’ναι, λέει ο Γιάννης,
και περπατεί.

Ανάβει η πέτρα, το λιβάδι
βγάνει φωτιά·
να ’βρισκε ο Γιάννης μια βρυσούλα,
μια ρεματιά!

Μες στο λιοπύρι, μες στον κάμπο
να ένα δεντρί…
Ξαπλώθη ο Γιάννης από κάτου
δροσιά να βρει.

Το δέντρο παίρνει τα κλαδιά του
και περπατεί!
—Δε θ’ ανασάνω, λέει ο Γιάννης.
Γιατί; Γιατί;

2.
—Γιάννη, πού κίνησες να φτάσεις;
—Στα Δυο Χωριά.
—Κι ακόμα βρίσκεσαι ‘δώ κάτου;
Πολύ μακριά!

—Εγώ πηγαίνω, όλο πηγαίνω.
Τι έφταιξα ‘γώ;
Σκιάζεται ο λόγγος και με φεύγει,
γι’ αυτό είμαι ‘δώ.

Πότε ξεκίνησα; Είναι μέρες...
για δυο, για τρεις...
Ο νους μου σήμερα δεν ξέρω,
τ’ είναι βαρύς.

—Να μια βρυσούλα, πιε νεράκι
να δροσιστείς.
Σκύβει να πιει νερό στη βρύση,
στερεύει ευθύς.

3.
Οι μέρες πέρασαν κι οι μήνες,
φεύγει ο καιρός·
στον ίδιον τόπο είν’ ο Γιάννης,
κι ας τρέχει εμπρός…

Να το χινόπωρο, να οι μπόρες!
Μα πού κλαρί;
Χτυπιέται ορθός με το χαλάζι,
με τη βροχή.

4.
—Γιάννη, γιατί έσφαξες το δέντρο
το σπλαχνικό,
που ’ριχνεν ίσκιο στο κοπάδι
και στον βοσκό;

Ο πεύκος μίλαε στον αέρα
–τ’ ακούς; τ’ ακούς;–
και τραγουδούσε σαν φλογέρα
στους μπιστικούς.

Φρύγανο και κλαρί τού πήρες
και τις δροσιές,
και το ρετσίνι του ποτάμι
απ’ τις πληγές.

Σακάτης ήτανε κι ολόρθος,
ως τη χρονιά,
που τον εγκρέμισες για ξύλα,
Γιάννη φονιά!

5.
—Τη χάρη σου, ερημοκλησάκι,
την προσκυνώ.
Βόηθα να φτάσω κάποιαν ώρα
και να σταθώ...

Η μάνα μου θα περιμένει
κι έχω βοσκή...
κι είχα και τρύγο... Τι ώρα να ’ναι
και τι εποχή;

Ξεκίνησα το καλοκαίρι
–να στοχαστείς–
κι ήρθε και μ’ ηύρεν ο χειμώνας
μεσοστρατίς.

Πάλι Αλωνάρης και λιοπύρι!
Πότε ήρθε; Πώς;
Άγιε, σταμάτησε τον λόγγο,
που τρέχει εμπρός.

Άγιε, τον δρόμο δεν τον βγάνω
–με τι καρδιά;–
Θέλω να πέσω να πεθάνω,
εδώ κοντά.

6.
Πέφτει σαν δέντρο απ’ το πελέκι...
Βογκάει βαριά.
Μακριά του στάθηκε το δάσος,
πολύ μακριά.

Εκεί τριγύρω ούτε χορτάρι,
φωνή καμιά.
Στ’ αγκάθια πέθανε, στον κάμπο,
στην ερημιά.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου