Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

4. Οι μικροί ταξιδιώτες ανεβαίνουν το βουνό

Όταν έφτασαν σε μια ράχη, τους καλωσόρισε ο κρύος αέρας. Αυτός ο αέρας είχε περάσει από κάθε κορφή και κάθε λαγκαδιά. Τον πήραν με μια βαθιά αναπνοή.
Πουλάκια με άσπρη τραχηλιά κουνούσαν την ουρά τους στους θάμνους κι ύστερα έφευγαν με γοργό λαρυγγισμό.
Ένα κατσίκι κατάμαυρο έστεκε στην κόψη του βράχου.
Οι βράχοι σχημάτιζαν σαν θεόρατα σπίτια, που δεν ξέρεις ποιος τα κατοικεί. Οι γκρεμοί ήταν φυτεμένοι με πουρνάρια και κουμαριές. Αλλού κατέβαιναν γυμνοί και απότομοι, σαν να τους είχες κόψει με σπαθί.
O βράχος απάνω στον βράχο, ο λόφος απάνω στον λόφο σχημάτιζαν το βουνό.
Πελώρια ήταν όλα.
Και σ’ αυτό το ύψος ανέβαινε με στροφές, όλο ανέβαινε, ο δρόμος.
Ευτυχισμένοι σε τούτο το θέαμα οι μικροί ταξιδιώτες, κοίταξαν προς τις κορφές. Ένας τους φώναξε: «Γεια σας, ψηλά βουνά!»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου