Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

68. Η θύελλα

Απέξω από το μικρό σπίτι οι λοτόμοι είχαν στήσει εδώ και καιρό ένα πολύ μεγάλο τραπέζι για να τρώνε.
Κανένα πλάνισμα και κανένα στολίδι δεν είχε. Ήταν όλο από κλαδιά περιττά, καρφωμένα το ένα κοντά στο άλλο. Μόνο ξύλα και καρφιά.
—Οι λοτόμοι δεν είναι μαραγκοί, είπε ο δασάρχης. Και όμως κοιτάτε, παιδιά, τι λεπτοκαμωμένο πράμα έκαναν από το άχρηστο ξύλο.
Κάθισαν σ’ αυτό το τραπέζι, ο δασάρχης με όλα τα παιδιά. Μαζί τους φώναξε να καθίσει κι ο πιο γέρος λοτόμος.

---

Εδώ και λίγη ώρα είναι βαριά κουφόβραση. Έξαφνα συννέφιασε.
Την ώρα που είχαν τελειώσει το φαγητό, τα παιδιά ένιωσαν στον αέρα μια παράξενη μυρουδιά. Έρχεται θύελλα.
Γύρισαν και κοίταξαν μακριά· τα πέρα βουνά είχαν χαθεί.
Ομίχλη, σαν χειροπιαστό μαλλί, είχε σταθεί ανάμεσα τ’ ουρανού και της γης. Η θύελλα νόμιζες πως συλλογιζόταν πού να ορμήσει.
Για μια στιγμή τράβηξε κατά τον κάμπο, έπειτα άλλαξε δρόμο και γύρισε πίσω κατά το Χλωρό.
Τα δέντρα ανατρίχιασαν, έσκυψαν και κάτι είπαν το ένα με το άλλο.

---

Άστραψε. Πέντε χρυσές οχιές στριφογύρισαν με την ουρά στη γη και την κεφαλή στον ουρανό. Ο αέρας κρύωσε έξαφνα. Μεγάλο βουητό ακούστηκε. Ώσπου να τρέξουν μέσα στο σπίτι, η θύελλα έφτασε κι ήθελε να μπει.
Έσπρωχναν από μέσα τα παιδιά την πόρτα, έσπρωχνε αυτή απέξω. Χρειάστηκε να βάλουν όλα μαζί τη δύναμή τους για να κλείσουν και να συρτώσουν.
Η θύελλα τότε πήγε από τα παράθυρα. Τα έσπασε και τα δυο, τα πέταξε κάτω στο πάτωμα κι έχυνε μέσα σωρούς νερό.

---

Από τα σπασμένα παράθυρα φάνηκε έξω χαλασμός. Νερό και χαλάζι στριφογύριζε και χόρευε. Ήταν σαν να κυλούν βαρέλια γυάλινα. Έσπαζαν αυτά και κυλούσαν απάνω τους άλλα και στα συντρίμματά τους άλλα.
Άκουγες σαν τρελό κρότο γυαλιών και καρφιών.
Τα παιδιά, που τα κυνηγούσε το νερό από τα παράθυρα, πήγαιναν στις γωνιές για να φυλαχτούν. Μα ήθελαν και να βλέπουν. Ήταν γεμάτα φόβο και θαυμασμό.
Απέξω χτυπούσαν δυνατά την πόρτα πέντε λοτόμοι. Σε κάποιο φουντωτό δέντρο εκεί απέξω είχαν κρυφτεί και γλίτωσαν. Τους άνοιξαν και μπήκαν μέσα.

---

Η θύελλα, αφού πέρασε από ‘κεί, έτρεξε πέρα στην άλλη άκρη από τα Τρίκορφα. Έτρεχε μυριάδες μέτρα στο λεπτό.
Έκοψε δέντρα στη μέση σαν σπαθί, ξερίζωσε άλλα, μεγάλοι κορμοί έπεσαν κάτω, άλλοι έμειναν ορθοί, χωρίς κλαρί και φύλλο.
Ένα μικρό πεύκο, που το έβλεπαν να παλεύει με τη θύελλα, τώρα το βλέπουν πάλι ορθό και λυγερό.
Σε λίγα λεπτά της ώρας η θύελλα ήταν μακριά. Μόλις φαινόταν πέρα σαν αχνός.
Τότε ξανάγινε γαλήνη. Φύλλο δε σάλευε. Τα δέντρα στάθηκαν σε προσευχή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου