Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

15. Η βοσκοπούλα μιλάει στα παιδιά

Τα παιδιά κάθισαν στο χράμι που τους έστρωσε η Αφρόδω απάνω στην κασέλα. Είχε ζωγραφιές αυτή η κασέλα και φαίνεται πως ήταν η καλή καλή.
Αλλιώς θα τα έβαζε τα παιδιά να καθίσουν στην άλλη που βρισκόταν παραπέρα, μα που ήταν μαύρη και παλιά· της κυρούλας ίσως.
Η Αφρόδω έμενε όρθια και ενώ η ρόκα της έγνεθε και το αδράχτι της γύριζε μιλούσε στα παιδιά.
Ρώτησε τον Φάνη και τον Δήμο αν είχαν αδερφή, πόσων χρονών είναι και ποιο είναι τ’ όνομά της.
Ύστερα τα παιδιά τη ρωτούσαν το ένα και το άλλο για πρόβατα, για στάνες και για βουνά. Κι η Αφρόδω, γνέθοντας, τους ιστόρησε τη ζωή των βλάχων στα βουνά και στα χαμηλώματα, το καλοκαίρι και τον χειμώνα.

---

Χίλια πράματα έμαθαν, που δεν τα είχαν ακούσει. Πώς χιλιάδες πρόβατα και γίδια δίνουν το γάλα, το τυρί, το βούτυρο, το μαλλί και το κρέας τους για να ζήσει ο άνθρωπος. Τα κοπάδια είναι ευτυχισμένα, όπου βρίσκουν βοσκή. Μα όχι και κείνοι που τα βόσκουν.
Οι βλάχοι περνούν σκληρή ζωή! Πολεμούν με τους βαριούς χειμώνες, με τους βράχους, με τα ποτάμια.


Ταξιδεύουν από τόπο σε τόπο, από ψήλωμα σε χαμήλωμα. Σήμερα στήνουν την καλύβα εδώ, αύριο πέρα μακριά, όπου είναι χορτάρι και κλαρί. Αθεμέλιωτα είναι τα σπίτια τους και δεν μπορείς να στήσεις τίποτα μέσα.
Όλες οι δουλειές από το πρωί ως το βράδυ· βοσκή, γνέψιμο, άρμεγμα, ζύμωμα, τάγισμα του κοπαδιού. Ύπνος λίγος· ξαγρύπνια, νυχτοπερπάτημα.

---

Αυτά διηγιόταν η Αφρόδω.
Mα ενώ τα έλεγε ορθή, κοιτάζοντας τη ρόκα και κλωσταίνοντας το μαλλί, τόσο χαριτωμένο χαμόγελο είχε που δεν έμοιαζαν με βάσανα.
«Δεν αφήνεις τα πρόβατα», είπε ο Φάνης, «να ’ρθεις κάτω με τα δικά μας τα κορίτσια;»
Η Αφρόδω γέλασε και απάντησε πως δεν τ’ αφήνει για όλα τ’ αγαθά του κόσμου. Εδώ είναι η γενιά της, αδέρφια, πατέρας, μάνα, γαμπροί, παππούδες, τα γεροθανασαίικα που λέει ο λόγος. Μα όχι μόνο τούτο, έχει κι άλλο συγγενολόι.
«Έχω συγγένεια, είπε, με κάθε δεντρί... Εδώ γίναμε ένα κλαριά και βλάχοι, τόσον καιρό μαζί. Αντάμα μεγαλώνουμε, αντάμα βρεχόμαστε και χιονιζόμαστε, μαζί παίρνουμε τον ήλιο. Έχουν και κείνα χάδι και χαϊδεύουν, φωνή και λαλούνε· δεν ακούς άμα τα φυσάει αέρας! Και τα μικρά, που είναι σαν τ’ αδέρφι μου τον Λάμπρο, και τα μεγάλα, που μοιάζουν του παππού, όλα με γνωρίζουν, όπως γνωρίζουν κι όλους τους βλάχους, όλη τη γενιά.»
«Εκατό πρόβατά μας αποκοιμίζει στον ίσκιο του το μεσημέρι ένας πεύκος εκεί κάτω. Αυτά έχουμε συντρόφους κι εμείς. Την ημέρα τα δέντρα και το βράδυ τ’ αστέρια που μας φέγγουν για τη βοσκή.»

---

Πολύ μαλλί από τη ρόκα της Αφρόδως έγινε νήμα και πήγε στο αδράχτι με τούτη την κουβέντα. Και πάλι έγνεθε για να μη χάνει καιρό.
Κάπου κάπου έλεγε καμιά λέξη, που τα παιδιά δεν την καταλάβαιναν αμέσως, μόνο από το νόημα. Έλεγε τα πρόβατα πράτα, το ρούχο σκτί, το πάλι το έλεγε μάτα και τα γίδια τα ’ίδια. Μα τα παιδιά δε θυμούνται καμιά κοπέλα να τους μίλησε ποτέ με τόση ομορφιά.
Κι όταν βγήκε έξω μια στιγμή, γιατί άκουσε τα πατήματα του παππού, θυμήθηκαν τα λόγια της πως έχει συγγένεια με τα δέντρα.
Ήταν αλήθεια σαν δεντρί!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου