Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

6. Τα παιδιά κοιτάζουν το νερό της Ρούμελης

Όταν έφτασαν ψηλότερα, παραξενεύτηκαν μ’ ένα ασυνήθιστο χρώμα, που φάνηκε κάτω στο βάθος της λαγκαδιάς.
—Τι είναι κείνο; φώναξαν τα παιδιά. Είναι νερό;
—Νερό, απάντησε ο αγωγιάτης.
—Μα είναι ακίνητο, είπε ο Κωστάκης. Νερό, στον κατήφορο ακίνητο, πώς γίνεται;
—Είναι σαν ακίνητο, είπε τότε το παιδί.
—Βέβαια, γιατί εμείς είμαστε ψηλά. Παραπέρα που θα χαμηλώσουμε, θα δείτε πώς τρέχει.
—Πώς το λένε αυτό το ποτάμι;
—Ρούμελη. Μα εδώ είναι ρέμα, δεν είναι ακόμα ποτάμι. Πρέπει να κάνει μεγάλο ταξίδι, για να γίνει το ποτάμι της Ρούμελης. Έχει ν’ απαντήσει πολλά νερά, να στρογγυλέψει πολλές πέτρες και να γυρίσει πολλούς μύλους ακόμα.
—Είναι γαλαζοπράσινο, είπε ο Φάνης. Τι ωραίο χρώμα!
—Αυτό το χρώμα, είπε ο κυρ Στέφανος, είν’ από την ορμή που έχει το νερό. Εδώ απάνω ή Ρούμελη είναι ανήσυχη. Πηδούν τα νερά της σαν τρελά παιδιά· μόνο στον κάμπο φρονιμεύουν. Και όσο πάνε κατά τη θάλασσα, γίνονται ήσυχα και συλλογισμένα.

---

Όταν έφτασαν πιο ψηλά, δεν είδαν πια τη Ρούμελη. Σε μια στροφή τούς κρύφτηκε.
Ο Κωστάκης λυπήθηκε, σαν να τους είχε λείψει κανένας σύντροφος.
—Έννοια σου, Κωστάκη, είπε ο αγωγιάτης, και θα μας βγει πολλές φορές μπροστά. Φεύγει η Ρούμελη από ‘δώ; Έχει να θρέψει τόσα πλατάνια, να περάσει από τόσες λαγκαδιές!
Παραπέρα που χαμήλωσαν, άκουσαν τη βοή της κι ένιωσαν πως η Ρούμελη είναι πάντα κοντά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου