Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

31. Ο Γεροθανάσης

Σήμερα ήρθαν δυο τσοπάνηδες κι έφεραν γάλα. Δεν είναι πολύ, γιατί τώρα τα πρόβατα και τα γίδια στέρεψαν, μα είναι δώρο του Γεροθανάση.
Τους έφεραν και μια γαλατόπιτα, καμωμένη από τα χέρια της Αφρόδως. Κι αυτή δώρο του Γεροθανάση.
Τέλος, τους ήρθε κι ο ίδιος ο Γεροθανάσης.
Ο Γεροθανάσης φοράει άσπρη φουστανέλα, άσπρες κάλτσες, άσπρο σκούφο· κι είναι και τα γένια του και τα μαλλιά του άσπρα. Είναι χιονισμένος χειμώνα καλοκαίρι· κατακάθαρος. Η Ρούμελη θα τον λευκαίνει τον γέρο!
Είναι ο πρώτος τσέλιγκας σε κείνα τα βουνά· από έξι χιλιάδες τα ζωντανά του δεν έπεσαν ποτέ κάτω.
Είναι ο παππούς της γενιάς. Έδωσε κόρες κι εγγονές στις γύρω καλύβες. Έχει δοσμένες και άλλες σε βουνά μακριά που δε φαίνονται. Όλες τις προίκισε και το βιος του δε σώνεται.
Γράμματα δεν ξέρει, έμαθε όμως και βάζει την υπογραφή του, σιγά σιγά και γερά, με μια γκλίτσα στο τέλος, να έτσι: 

Μ’ αυτή την υπογραφή πουλάει, αγοράζει, ξέρει πού βρίσκεται η περιουσία του.
—Ξέρω κι εγώ, λέει, δεκάξι γράμματα.
Και λέει αλήθεια. Τα μέτρησε μια φορά, όσα κάνουν την υπογραφή του, και τα βρήκε δεκάξι. Μια ζωή τώρα δεν έγιναν δεκαεφτά.
Ό,τι του λείπει σε γράμματα το έχει ο Γεροθανάσης σε νου. Δεν τον γέλασε κανείς, μα ούτε και γέλασε κανέναν. Λόγο δεύτερο δεν έχει· έναν και σωστό.

---

Όταν κατεβαίνει στην πολιτεία –γιατί πηγαίνει και στην πολιτεία μια φορά τον χρόνο, τη Λαμπρή–, πιάνει όλο τον δρόμο και γυρίζουν και τον κοιτάζουν αυτόν και την αγκλίτσα του. Τότε κουνούν το κεφάλι και λένε:
—Τι γάλα να τρώει! Τι γιαούρτια, τι μυζήθρες!
Είναι ογδόντα χρονών, μα την γκλίτσα δεν την πάτησε χάμω. Πόσες φορές είδε ν’ ανθίζει ο γάβρος κι η οξιά! Πόσοι χειμώνες έριξαν απάνω του τη βροχή και το χαλάζι! Και πάλι ολόισιος είναι.
Να ’χουμε τα καλά σου γεράματα, Γεροθανάση!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου